Καστρόπληκτα: Η ζωή πλάι στα τείχη της Θεσσαλονίκης
«Όλα όσα βλέπετε στην αυλή, ο σύζυγος μου τα έχει κάνει. Μόνος του έφτιαξε τα καλούπια για τις καμάρες του σπιτιού. Μόνος του έριχνε τσιμέντο και τα έκανε. Ήταν όλα σάπιο ξύλο και τα άλλαξε».

Ο καιρός ήταν ακόμη ηλιόλουστος και ζεστός. Ο Σεπτέμβρης δεν είχε ξεκινήσει τις βροχές του και, πριν μπούμε στην καθημερινή ρουτίνα, αποφασίσαμε να κάνουμε έναν περίπατο στην πόλη. Τα επιβλητικά τείχη της Θεσσαλονίκης είναι γνωστά σε όλους. Λιγότερο γνωστές είναι, όμως, οι ιστορίες των ανθρώπων που έζησαν και συνεχίζουν να ζουν δίπλα τους. Ανάμεσα σε αυτούς, βρίσκονταν και πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή και άφησαν πίσω τους μια ιδιαίτερη γειτονιά.

Το λεωφορείο 23 έκανε στάση στην Πορτάρα ή αλλιώς «Παλαιά πύλη». Η διαδρομή μας ξεκίνησε από την αρχή της οδού Γ. Παπαδόπουλου στις Συκιές, παράλληλα με το τείχος. Η γειτονιά ήταν γεμάτη μονοκατοικίες, ήσυχα δρομάκια και ελάχιστα αυτοκίνητα. Στις αυλές, οι κάτοικοι πότιζαν τα λουλούδια τους και έπιναν τον απογευματινό καφέ τους. Η κυρία Οσία ήταν μία από αυτούς. Μας κέρασε καφέ στην αυλή της και μας αφηγήθηκε την ιστορία της.

Η κυρία Οσία κατοικεί σε ένα από τα γνωστά με το όνομα «καστρόπληκτα» σπίτια. Οι γονείς της ήταν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και όλα τα παιδικά της χρόνια κατοικούσαν στο Ποδοχώρι της Καβάλας. Όταν ήρθε η ώρα να παντρευτεί, ως προίκα της έδωσαν αυτό το σπίτι που έχει ως τοίχο του το κάστρο.
«Όταν παντρεύτηκα, μαζί με εμένα και την προίκα μου, ήρθε και η μαμά. Μέχρι το πρωί διορθώναμε τα κρεβάτια. Ούτε μπορούσαμε να κοιμηθούμε τις πρώτες μέρες», μας εξηγεί γελώντας. Το σπίτι, παρόλο που με την πρώτη ματιά φαίνεται μικρό, είναι εντυπωσιακά ευρύχωρο. Με τη βοήθεια της οικογένειάς της κατάφερε να μετακινήσει το μπάνιο και την κουζίνα στον εσωτερικό χώρο, καθώς μέχρι τότε ήταν στο προαύλιο.

Όσο περνούσε ο καιρός, αντικαθιστούσε τα σάπια ξύλα με πλακάκια και εγκατέστησε καλοριφέρ για να τους παρέχει ζέστη τις κρύες ημέρες. Το κρύο ωστόσο είναι εντονότερο στα πίσω δωμάτια, αυτά που εφάπτονται στο τείχος, και δυσκολεύονται να θερμανθούν. Η κρεβατοκάμαρα της είναι ένα από αυτά, παρότι δεν αγγίζει το κάστρο εντελώς. Αυτό, μας εξηγεί, δεν συμβαίνει σε κάθε σπίτι, το καθένα είναι μια ξεχωριστή περίπτωση.
Όταν ο πατέρας της τής αγόρασε το σπίτι, γκρέμισαν τον τοίχο και διαπίστωσαν τον τρόπο με τον οποίο είχαν τοποθετηθεί τα στυλώματα και οι καμάρες. Οι ίδιοι, στη θέση αυτών, έχτισαν έναν νέο τοίχο. Περιγράφοντας τις δυσκολίες της συνύπαρξης με το κάστρο μας εξήγησε ότι η μόνωση είναι κάτι απαραίτητο για την προφύλαξη από τα έντονα καιρικά φαινόμενα. Στεναχωρημένη μας αφηγήθηκε ότι «μια φορά που είχε δυνατή βροχή, τα νερά έσταζαν πάνω στο κρεβάτι μας».

Η ερώτησή μας ήταν τι συμβαίνει με το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Μας μίλησε για την αγορά του σπιτιού και για το ενοίκιο στον Δήμο.
«Δικά μας είναι, μα δεν μπορούμε να τα πουλήσουμε. Για να πάρω το σπίτι έδωσα τότε 35 εκατομμύρια δραχμές, όμως χαρτί δεν πήρα!». Το σπίτι της ήταν το μοναδικό στη γειτονιά στο οποίο βρέθηκε έγγραφο ιδιοκτησίας ενός Οθωμανού. Όσο ζούσε ο σύζυγός της, μαζί με άλλους κατοίκους των καστρόπληκτων είχαν απευθυνθεί σε έναν δικηγόρο για να βρουν μια λύση, αλλά τότε βγήκε η διαταγή να τους δοθούν χρήματα για να αγοράσουν αλλού σπίτι. Δεν επαρκούσαν για μια τόσο μεγάλη επένδυση.

Και άλλοι κάτοικοι της γειτονιάς περιέγραψαν παρόμοια κατάσταση. Ο κύριος Παναγιώτης μας ανέφερε πως η διαδικασία με τον δικηγόρο του προχωράει αργά αλλά σταθερά και περιμένει να πουλήσει το σπίτι στον Δήμο, έναντι αποζημίωσης. Παράλληλα, η κυρία Κωνσταντία μας εξήγησε ότι κατοικεί στο πιο εμβληματικό σπιτάκι, με τους τουρίστες να το παρομοιάζουν με κυκλαδίτικο, από το 1938. Πριν μερικά χρόνια, κατάφερε να κάνει μια μικρή ανακαίνιση, δεδομένου ότι παλιά οι τοίχοι ήταν φτιαγμένοι από τενεκεδάκια. Παραπονέθηκε ότι «ακόμη και αν βάλεις μια πέτρα πλέον, σε γράφουν», ενώ ο Δήμος ζητάει ενοίκιο, αλλά όχι από όλους, κάτι που θεωρεί άδικο. Και οι τρεις κάτοικοι σύγκλειναν στην ίδια σκέψη, «Ο Δήμος περιμένει να πεθάνουμε για να πάρει τα σπίτια μας».

Από την πλευρά του Δήμου Νεάπολης-Συκεών, το ζήτημα παραμένει στο τραπέζι εδώ και πολλές δεκαετίες, καθώς πρόκειται για ένα σύνθετο θέμα. Όπως μας εξήγησε ο υπεύθυνος του κέντρου «Πολιτιστική Γειτονιά», ο Δήμος θα ήθελε να διατηρήσει ορισμένα από τα σπίτια ως μνήμη του προσφυγικού πληθυσμού. Για τα υπόλοιπα, με τη βοήθεια της αρχαιολογίας, σχεδιάζεται η μετατροπή τους σε χώρο πρασίνου για την ανάδειξη όλου του τείχους.

Η επιστροφή στην καθημερινότητα της πόλης μας έκανε να αναπολήσουμε τις λίγες ώρες ησυχίας και αίσθησης «χωριού» που ζήσαμε στην αυλή της κυρίας Οσίας. Λίγα μέτρα μακριά από το τείχος, τα μικρά σπίτια και οι αυλές τους κρατούν ακόμη ζωντανό ένα κομμάτι της ιστορίας των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη, το 1922. Μια ιστορία που, αν και βρίσκεται δίπλα σε ένα από τα πιο γνωστά μνημεία της πόλης, παραμένει άγνωστη σε πολλούς.




Σχόλια