top of page

Συμβουλές Ειδικών

Οι "Συμβουλές Ειδικών", που αποτελούν ένα είδος πλοηγού συγγραφής για τα μέλη μας, αποτελούν προσφορά του κ. Σπύρου Κιοσσέ, Αναπληρωτή Καθηγητή στο Τμήμα Γλωσσικών και Διαπολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, και της κας Ελένης Χατζημαυρουδή (PhD), φιλολόγου στο Κολλέγιο Ανατόλια, επικεφαλής του Τμήματος Νέων Ελληνικών. Στο βιβλίο τους Η Λογοτεχνία στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση στοιχειοθετούν, μεταξύ άλλων, έναν "χάρτη" κειμενικών τύπων, που αποτελούν τη βασική δομική ύλη για τη συγγραφή εκτενέστερων μη-λογοτεχνικών δημιουργικών κειμένων. Το θεωρητικό αυτό υπόβαθρο είναι διαθέσιμο παρακάτω, ενώ αποτυπώνονται σε πίνακες στοιχεία δομής και γλώσσας. 

Σ. Κιοσσές & Ε. Χατζημαυρουδή (2020: 66-67): Η Λογοτεχνία στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση Αθήνα: Κριτική. (Βλ. https://kritiki.gr/product/i-logotexnia-sti-deuterovathmia-ekpaideusi/ )

Πρακτικά, όταν κάποιος ξεκινά να συνθέσει ένα κείμενο, επιλέγει το κειμενικό είδος που ταιριάζει στην επικοινωνιακή περίσταση και στον σκοπό τον οποίο επιθυμεί να επιτύχει.

Η επιλογή αυτή επηρεάζει τη «στρατηγική» του κειμένου που θα παραγάγει, καθώς τα διάφορα κειμενικά είδη συνδέονται με συγκεκριμένους τρόπους δόμησης του λόγου και γλωσσικής σύνθεσης,

δηλαδή με συγκεκριμένους κειμενικούς τύπους.

Λ.χ. όταν στόχος του πομπού είναι να πείσει τον αποδέκτη του κειμένου, σε κάποια επικοινωνιακή περίσταση (όπως στο δικαστήριο), θα χρησιμοποιήσει το κειμενικό είδος του δικανικού λόγου, το οποίο προϋποθέτει συγκεκριμένες στρατηγικές οργάνωσης -κυρίως τη χρήση του κειμενικού τύπου της επιχειρηματολογίας. Ωστόσο μπορεί να αξιοποιήσει επίσης στοιχεία από άλλους κειμενικούς τύπους, πέραν του βασικού της επιχειρηματολογίας, όπως λ.χ. τον αφηγηματικό ή/και τον περιγραφικό. Με άλλα λόγια, κάποια κειμενικά είδη μπορεί να είναι ομοιογενή ως προς τον κειμενικό τύπο (μονοτυπικά) και κάποια άλλα να έχουν ποικίλο βαθμό ανομοιογένειας (πολυτυπικά), με κυρίαρχο όμως κάποιον από άλλους (…). 

Κειμενικός τύπος επιχειρηματολογίας

(Σ. Κιοσσές & Ε. Χατζημαυρουδή, 2020: 83-84)

Στόχος η πειθώ: η μεταβολή της άποψης του αποδέκτη ή η συγκρότηση και υιοθέτηση από αυτόν μιας άποψης/στάσης που να συμφωνεί με τη θέση που προκρίνει το κείμενο της επιχειρηματολογίας (λ.χ. ως προς την αγοραστική ή πολιτική συμπεριφορά, την απόφανση για κάποιο επίμαχο ζήτημα). Για να γίνει αποδεκτή η θέση η οποία υποστηρίζεται ως αληθής ή/και επιθυμητή (προτιμητέα) και, για να απορριφθούν, αντίστοιχα, εναλλακτικές ή αντίθετες θέσεις ως ψευδείς ή/και ανεπιθύμητες, γίνεται χρήση συγκεκριμένων τρόπων λογικής αιτιολόγησης και τεκμηρίωσης, καθώς και επίδρασης στο συναίσθημα και την ψυχολογία του αποδέκτη. Ανάλογα με το θέμα διαπραγμάτευσης και την ιδιαίτερη φύση του, η επιχειρηματολογία μπορεί να αφορά

  • είτε ζητήματα της «αντικειμενικής» πραγματικότητας και τη λογική τεκμηρίωσή τους με επαληθεύσιμα τεκμήρια (επιχειρηματολογία λογικής/γνωστικής/αντικειμενικής μορφής)

  • είτε ζητήματα που σχετίζονται με την πίστη, την ηθική, τις αξίες, την ιδεολογία κ.λπ. (επιχειρηματολογία ηθικής/ψυχολογικής/υποκειμενικής μορφής), χωρίς να αποκλείεται ο συνδυασμός των δύο μορφών.

Οι βασικοί τρόποι λογικής αιτιολόγησης μιας θέσης είναι οι εξής:

  • Επαγωγικός συλλογισμός: από επιμέρους, εμπειρικά κυρίως, δεδομένα συνάγεται ένα ευρύτερο συμπέρασμα.

  • Παραγωγικός συλλογισμός: από μια γενικότερη άποψη (πίστη, αξία, αξίωμα, πεποίθηση, ιδεολογία) συνάγεται ένα συμπέρασμα που αφορά μια επιμέρους περίπτωση.

  • Αναλογικός συλλογισμός: από μια επιμέρους περίπτωση συνάγεται ένα συμπέρασμα που αφορά μια άλλη επιμέρους περίπτωση, που παρουσιάζεται ως παρόμοια.

Οι συλλογισμοί, που στηρίζονται στους παραπάνω τρόπους, στην πιο απλή τους μορφή μπορούν να διατυπωθούν ως εξής («κατηγορικοί» συλλογισμοί):

Ισχύει το α (πρώτη προκείμενη), ισχύει το β (δεύτερη προκείμενη), άρα ισχύει το γ (συμπέρασμα).

Ένας παρόμοιος συλλογισμός μπορεί να τεθεί σε έλεγχο ως προς την αλήθεια (αν οι προκείμενες και το συμπέρασμα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα) και την εγκυρότητά του (αν οι προκείμενες οδηγούν με λογική αναγκαιότητα σε ένα αβέβαιο συμπέρασμα).

(…) Πέρα από τη χρήση λογικών συλλογισμών μπορεί να αξιοποιηθούν πολλά μέσα:

Χρήση εμπειρικών δεδομένων, μαρτυριών, ερευνών, διατύπωση αξιολογικών θέσεων, επίκληση στο ήθος (του ομιλητή, του αποδέκτη, του αντιπάλου), επίδραση στο συναίσθημα, επίκληση στην αυθεντία κ.ά.

Οι τρόποι αιτιολόγησης, υποστήριξης της θέσης και τα μέσα πειθούς που θα χρησιμοποιηθούν εξαρτώνται από το θέμα, την επικοινωνιακή περίσταση, τη στόχευση και το κειμενικό είδος στο οποίο εντάσσεται η επιχειρηματολογία (…).

 

 

  Οι ίδιοι παράγοντες επηρεάζουν και τη γλώσσα της επιχειρηματολογίας, η οποία υπηρετεί την ικανοποίηση των ζητημάτων

  • της έμφασης,

  • της συνοχής,

  • της σαφήνειας.

  Συνηθισμένα γλωσσικά στοιχεία (…):

  • Ρητορικά ερωτήματα

  • Σχήματα λόγου

  • Επαναλήψεις

  • Παραλληλισμοί

  • Αντιθέσεις

  • Διαρθρωτικές / μεταβατικές λέξεις και φράσεις που δηλώνουν λογική διάρθρωση, προσθήκη, επεξήγηση, συμπέρασμα,

  • Πλούσια στίξη,

  • Στοιχεία δηλωτικά επιστημονικής τροπικότητας (= βαθμός βεβαιότητας ομιλητή: μπορεί, πιθανόν, νομίζω ίσως, έχω την αίσθηση, πιστεύω, είμαι σίγουρος κ.ά.) και

  • δεοντικής τροπικότητας (= βαθμός αναγκαιότητας που εκφράζει ο ομιλητής σχετικά με την πραγματοποίηση ή την προσδοκία πραγματοποίησης αυτού που λέει: πρέπει, είναι ανάγκη, δεν επιτρέπεται, χρειάζεται κ.ά.)

  Ως προς την οργάνωση ενός επιχειρηματολογικού κειμένου, συνήθως, μετά από ένα

  • Εισαγωγικό τμήμα (όπου παρουσιάζεται το θέμα και οι αντικρουόμενες απόψεις για αυτό),

  • στο Κύριο μέρος του εμπεριέχεται η αιτιολόγηση (μέσω αποδεικτικών συλλογισμών, τεκμηρίων κ.λπ.) που στηρίζουν μια θέση και αντικρούουν τις αντίθετες, και ακολουθεί

  • ένα Συμπέρασμα, στο οποίο συνοψίζονται η θέση και η αιτιολόγησή της, συχνά με επίκληση στο συναίσθημα του αποδέκτη.»

Κειμενικός τύπος έκθεσης

Σ. Κιοσσές & Ε. Χατζημαυρουδή (2020: 85-86)

Στον ευρύτερο όρο της έκθεσης εντάσσουμε γλωσσικές λειτουργίες που στοχεύουν στην εξήγηση, την ταξινόμηση/κατηγοριοποίηση, την ανάλυση, την ερμηνεία και την παρουσίαση/αναφορά/έκφραση κάποιου φαινομένου, γεγονότος, κατάστασης, πληροφορίας, έννοιας, συναισθήματος. Ο συγκεκριμένος τύπος του «εκφραστικού» λόγου σχετίζεται με τη γλωσσική απεικόνιση της απόπειρας κατανόησης της πραγματικότητας, της λογικής ή/και συναισθηματικής επεξεργασίας και ερμηνείας της ή της επιθυμίας μεταβολής της. Κατέχει κεντρική θέση στην έκφραση ιδεών, συναισθημάτων, αξιών και πεποιθήσεων που αφορούν τόσο την υποκειμενική όσο και τη συλλογική εμπειρία και έτσι συνδέεται με την κατασκευή της ατομικής και συλλογικής ταυτότητας. Συμβάλλει επίσης στην απόκτηση και μετάδοση της γνώσης και στην κριτική προσέγγισή της και, συνεπώς, χρησιμοποιείται στην άτυπη και τυπική εκπαίδευση μέσα από ένα πλήθος προφορικών και γραπτών κειμένων, με στόχο την προβολή, επεξήγηση και ανταλλαγή εννοιών, πληροφοριών, απόψεων και πεποιθήσεων σε διάφορα γνωστικά αντικείμενα.»

Ο τύπος αυτός μπορεί να χρησιμοποιείται σε ποικίλα κειμενικά είδη, μεταξύ των οποίων και δοκίμια και τα άρθρα. 

«Η διαδικασία της επεξήγησης μπορεί να προσανατολίζεται

  • είτε στο «γιατί»

  • είτε στο «πώς» κάποιου φαινομένου,

συχνά όμως υπάρχει συνδυασμός των δύο. (…)

 Συχνό στοιχείο είναι

  • ο εισαγωγικός ορισμός,

  • η κατηγοριοποίηση και

  • η περιγραφή του φαινομένου, γεγονότος ή έννοιας. Κατόπιν ακολουθεί

  • το κυρίως επεξηγηματικό μέρος, σε μορφή ακολουθίας των διαδικασιών/στοιχείων που εξηγούν το γιατί ή/και το πώς. Μετά το μέρος αυτό μπορεί να ακολουθήσουν

  • προσωπικές παρατηρήσεις ή εκτιμήσεις του συντάκτη του κειμένου. Συνήθως όμως αυτές ελλείπουν σε επιστημονικές/τεχνικές εξηγήσεις.

   Η γλώσσα των κειμένων χαρακτηρίζεται συνήθως από

  • Ρήματα δράσης και σκέψης, συχνά σε ενεστώτα,

  • Διαρθρωτικές/συνδετικές λέξεις και φράσεις που δηλώνουν χρονικές, αιτιολογικές συνδέσεις και προσθήκη,

  • Τεχνικούς ή επιστημονικούς όρους (σε περίπτωση εξειδικευμένων εξηγητικών κειμένων),

  • Ουσιαστικά που εκφράζουν γενικές έννοιες ή κατηγοριοποιήσεις,

  • Γλωσσικά στοιχεία επιστημονικής τροπικότητας.»

Κειμενικός τύπος καθοδήγησης/οδηγιών

Σ. Κιοσσές & Ε. Χατζημαυρουδή (2020: 84-85)

Τα καθοδηγητικά κείμενα περιέχουν οδηγίες, σε μορφή λογικών ακολουθιών, που ορίζουν έναν τρόπο δράσης, ενέργειας ή συμπεριφοράς που θεωρείται ο ενδεδειγμένος σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Στόχος τους δηλαδή είναι να ορίζουν το «τι» και το «πώς» κάποιας ενέργειας. (…)

Προτείνεται η διάκριση σε «διαδικαστικές οδηγίες» (πιο τυπικά και σταθερά δομημένα καθοδηγητικά κείμενα, που υιοθετούν μια ορισμένη λογική ακολουθία) και «μη διαδικαστικές» (λιγότερο οργανωμένα και ποικιλόμορφα κείμενα, χωρίς προδιαγεγραμμένα ή/και διακριτά τμήματα).

  Ενδεικτικά, μια μορφή δόμησης διαδικαστικών οδηγιών είναι η εξής:

  • Στόχος (συχνά δηλώνεται στον τίτλο του κειμένου) –

  • Μέσα / υλικά –

  • Εκτέλεση (στάδια ενεργειών για την επίτευξη του στόχου, που μπορεί να συνοδεύονται από εικόνες, διαγράμματα).

   

  Γλωσσικά στοιχεία που συναντώνται συχνά στις οδηγίες, περιλαμβάνουν:

  • Την άμεση ή έμμεση απεύθυνση στον αποδέκτη

  • Τη χρήση ρημάτων δράσης σε ενεστωτικό χρόνο (αίσθηση διαχρονικότητας/αχρονίας) σε προστακτική ή προτρεπτική υποτακτική, ή και σε α΄ πληθυντικό πρόσωπο (για τη δημιουργία εντύπωσης οικειότητας),

  • Χρήση επιρρημάτων συχνά τροπικών και χρονικών,

  • Διαρθρωτικών/συνδετικών λέξεων και φράσεων (για την ταξινόμηση των βημάτων και την τοποθέτησή τους σε χρονική σειρά),

  • Χρήση υποθετικών προτάσεων (για αναφορά σε πιθανές περιπτώσεις συμβάντων),

  • Χρήση της δεοντικής τροπικότητας (για να οριστεί κατά πόσο είναι υποχρεωτική/απαραίτητη ή όχι κάποια δράση).

  Κάποια κειμενικά είδη μη διαδικαστικών οδηγιών μπορεί να κάνουν χρήση γλωσσικών στοιχείων της επιχειρηματολογίας, ώστε να πείσουν τους αποδέκτες τους να υιοθετήσουν έναν συγκεκριμένο τρόπο δράσης. Μπορεί, έτσι, να αποφεύγουν τη χρήση της προστακτικής και γενικά των στοιχείων που αναδεικνύουν τον προτρεπτικό χαρακτήρα του κειμένου, και να κάνουν χρήση ερωτήσεων, τεκμηρίων.

Κειμενικός τύπος περιγραφής

Σ. Κιοσσές & Ε. Χατζημαυρουδή (2020: 81-83)

Η περιγραφή εξεικονίζει τα βασικά γνωρίσματα ενός αντικειμένου, προσώπου, τόπου, φαινομένου ή κατάστασης, πραγματικού ή φανταστικού, με στόχο την πληροφόρηση, την ανάλυση, την επιστημονική μελέτη, την καταγραφή, την ταξινόμηση, την κωδικοποίηση, την πειθώ κ.ά. Κατά τη διαδικασία της περιγραφής, η διάσταση του χρόνου μοιάζει να έχει «παγώσει». Στη περιγραφή δηλαδή παρουσιάζονται στοιχεία που αφορούν την εμφάνιση, τις ιδιότητες και την ουσία των πραγμάτων σε μια δεδομένη στιγμή -και όχι, κατά κανόνα, στην εξέλιξή τους στον χρόνο. Τα στοιχεία αυτά είναι ή θεωρούνται σχετικά σταθερά, ενώ παρουσιάζονται συνήθως οι σχέσεις του περιγραφόμενου με τον χώρο ή το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται. Μπορούν να παρουσιάζονται επίσης παροδικές ιδιότητές του, κοινές ιδιότητές του με άλλα αντικείμενα, πρόσωπα κ.λπ., που το εντάσσουν στην ίδια ή παρόμοια ομάδα, ή να συγκρίνονται τα χαρακτηριστικά του με αυτά άλλων, από τα οποία διαφοροποιούνται. Η «λογική», έτσι, της περιγραφής ομοιάζει με τα βήματα του «ορισμού»: της κατηγοριοποίησης δηλαδή του αντικειμένου σε μια ευρύτερη κατηγορία (πβ. «γένος») και της δήλωσης των χαρακτηριστικών που διαφοροποιεί το αντικείμενο από τα ομοειδή του (πβ. «ειδοποιός διαφορά»).

Η αντίληψη του αντικειμένου, προσώπου κ.λπ. βασίζεται στην εμπειρία, τις γνώσεις και τις αισθήσεις αυτού που το περιγράφει, ενώ η επιλογή από το πλήθος των διαθέσιμων πληροφοριών, η αναπαράσταση και η μετάδοσή τους στον αποδέκτη μπορεί να οργανωθεί λογικά ποικιλότροπα. Η φύση του ίδιου του αντικειμένου επηρεάζει τον τρόπο σύνθεσης και οργάνωσης της περιγραφής του. Ωστόσο, η επικοινωνιακή περίσταση, οι αποδέκτες, ο στόχος της περιγραφής και το κειμενικό είδος στο οποίο εντάσσεται (λ.χ. επιστημονικό ή τεχνικό άρθρο, λήμμα εγκυκλοπαίδειας, ειδησεογραφικό δελτίο, λογοτεχνία) επηρεάζουν τη μορφή και τα επιμέρους χαρακτηριστικά της.

Κάποιες περιγραφές δίνουν την εντύπωση της αντικειμενικής αναπαράστασης, ενώ άλλες της υποκειμενικής επεξεργασίας του περιγραφόμενου. Στις πρώτες δεν περιλαμβάνονται σχόλια, κρίσεις ή συναισθήματα του περιγράφοντος με αφορμή το περιγραφόμενο, ενώ στις άλλες υπάρχουν σε διαφορετικούς βαθμούς. Πολλές περιγραφές, ωστόσο, συνδυάζουν και τις δύο μορφές (λ.χ. σε ένα λογοτεχνικό δοκίμιο).

  Η οργάνωση της περιγραφής ακολουθεί συνήθως τις αρχές χωρικής, ταξινομικής ή λογικής ακολουθίας. Τα επιμέρους στοιχεία, 

  δηλαδή του περιγραφόμενου μπορούν να παρουσιάζονται με βάση

  • τη γειτνίαση των αντικειμένων ή των στοιχείων ενός αντικειμένου,

  • την τοπική κατεύθυνση (από πάνω προς τα κάτω, από δεξιά προς αριστερά, από μέσα προς τα έξω ή το αντίστροφο),

  • την «καταλογογράφηση» ή απαρίθμηση,

  • τη σειρά με την οποία είναι ορατά,

  • τη σημασία που θεωρείται ότι έχουν, ή οποιοδήποτε άλλο κριτήριο (λ.χ. ομοιότητα, ένταξη σε κατηγορίες).

  Τα στοιχεία της περιγραφής θα μπορούσαν επίσης να παρουσιάζονται «τυχαία» ή τουλάχιστον να δίνουν αυτή την εντύπωση στον     

  αναγνώστη, γεγονός που επίσης θα μπορούσε να έχει σημασιολογική αξία (λ.χ. να δημιουργήσει την αίσθηση της αταξίας, της

  ματαιότητας, της διάλυσης).

 

   Στη γλώσσα της περιγραφής κυριαρχούν οι λεγόμενοι «τροποποιητές», γλωσσικά στοχιεία δηλαδή που προσδιορίζουν (και συνεπώς περιορίζουν) το σημασιολογικό πεδίο μιας ονοματικής ή ρηματικής φράσης. Τέτοια στοιχεία είναι

  • τροποποιητές ονομάτων και ονοματικών φράσεων

  • τα επίθετα

  • οι μετοχές

  • οι αναφορικές προτάσεις και

  • συγκεκριμένες προθετικές φράσεις

  • τροποποιητές ρηματικών φράσεων

  • επιρρήματα, επιρρηματικοί προσδιορισμοί και επιρρηματικές δευτερεύουσες προτάσεις.

   Τα παραπάνω στοιχεία κατευθύνουν τον αποδέκτη σε συγκεκριμένες πλευρές του περιγραφόμενου αντικειμένου, ενώ χρησιμοποιούνται και για να εκφράσουν κρίσεις ή αξιολογήσεις προς αυτά.

    Υπάρχουν επίσης

  • ρήματα συνδετικά, συνήθως στον ενεστώτα, καθώς δηλώνεται η αχρονική διάρκεια (εξακολουθητική ρηματική όψη), καθώς και

  • συνδετικές και διαρθρωτικές λέξεις και φράσεις,

  • τοπικά επιρρήματα, στοιχεία που συνδέουν τις επιμέρους ιδιότητες του περιγραφόμενου.

Κειμενικός τύπος αφήγησης

Σ. Κιοσσές & Ε. Χατζημαυρουδή (2020: 79-81)

 

Αφήγηση είναι η εξιστόρηση από κάποιον αφηγητή, σε  μία στην συγκεκριμένη χρονική  ακολουθία,  πραγματικών ή/και φανταστικών γεγονότων και ενεργειών ( δράση, «τι συνέβη;»),  τα οποία τελέστηκαν από κάποια πρόσωπα (φορείς της δράσης, «από ποιον;»),  σε κάποιον τόπο/ χώρο (« πού;»),  για κάποιον λόγο και σκοπό («γιατί;», «με ποιον σκοπό;»), δομημένο με κάποιον  ορισμένο τρόπο (πλοκή, «πώς;»). Ο χρονικός άξονας αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της αφήγησης, καθώς παρουσιάζεται σε αυτήν κάποιου είδους εξέλιξη ή μεταβολή μέσα στον χρόνο.

(…) Μέσω της αφήγησης οι άνθρωποι αντιλαμβανόμαστε, ερμηνεύουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο και αναπαριστούμε τις ερμηνείες μας αυτές. Υπάρχουν ορισμένα κειμενικά είδη στα οποία η αφήγηση κατέχει κομβικό ρόλο: από τη μυθολογία και τα παραμύθια, μέχρι την ιστορική αφήγηση, τον δημοσιογραφικό λόγο (λ.χ. ειδησεογραφία), τις καθημερινές προφορικές αφηγήσεις προσωπικών συμβάντων και φυσικά τη λογοτεχνία. Οι εκάστοτε περιστάσεις της αφήγησης (μετέχοντες, σκοπός, μέσο μετάδοσης κ.λπ.) ποικίλλουν, αντίστοιχα. Μια ιστορία μπορεί να συνδεθεί και να μεταδοθεί με διάφορους τρόπους: προφορικά, γραπτά ή ηλεκτρονικά, να αποτελείται από λέξεις, σύμβολα, εικόνες, χορευτικές κινήσεις, νότες σε ποικίλους τρόπους συνδυασμού μεταξύ τους (πβ. πολυτροπικά κείμενα). Η αφηγηματική διαδικασία αναπόφευκτα επηρεάζεται από το εκάστοτε μέσο κατασκευής και μετάδοσής της (λογοτεχνία, κινηματογράφος, θέατρο, τηλεόραση, ζωγραφική, χορός, μουσική), ενώ η σχέση της αφήγησης με το μέσο εκφοράς της μπορεί να ποικίλλει: η αφήγηση μπορεί να εναρμονίζεται με το μέσο και να αξιοποιεί πλήρως τις ιδιότητές του. μπορεί να αγνοεί την ιδιομορφία του κώδικα και να τον χρησιμοποιεί μόνο ως μέσο μετάδοσης και επικοινωνίας. η μπορεί ακόμη και να υπονομεύει την ιδιαιτερότητά του. Επίσης, ο στόχος της μπορεί να ποικίλλει από τη διασκέδαση και την απόλαυση μέχρι την πληροφόρηση, την ανάλυση, την πειθώ και την επιστημονική απόδειξη, ενώ κάποιες αφηγήσεις προβάλλονται ως «αντικειμενικές» και αληθοφανείς και άλλες ως «υποκειμενικές» ή/και μυθοπλαστικές. 

Παρά τις μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα στα αφηγηματικά κείμενα, μπορούν να εντοπιστούν συγκεκριμένα σχετικά σταθερά/επαναλαμβανόμενα συστατικά / χαρακτηριστικά, όπως η πλοκή (γεγονότα, συμβάντα), οι χαρακτήρες, ο χωροχρόνος κ.λπ.

  Υπάρχουν επίσης διαφορετικοί τρόποι περιγραφής της αφηγηματικής οργάνωσης των γεγονότων σε ακολουθίες ή σχήματα. Για τις

  προφορικές αφηγήσεις της καθημερινής εμπειρίας, λ.χ., (…) χρησιμοποιείται συχνά το εξής δομικό σχήμα:

  α. ο προσανατολισμός (orientation), όπου δίνονται πληροφορίες για τους «ήρωες», τον χώρο, τον χρόνο και την αρχική κατάσταση

  της αφήγησης (αρχική συμπεριφορά των χαρακτήρων). Το τμήμα αυτό δεν συναντάται σε όλες τις αφηγήσεις.

  β. η περιπέτεια (ή καλύτερα περιπλοκή/complication), που είναι το βασικό μέρος της αφήγησης. Παρουσιάζεται η βασική δράση, η

  πλοκή, το «δέσιμο» των γεγονότων.

  γ. η αξιολόγηση (evaluation), κατά την οποία ο αφηγητής διατυπώνει κάποιο είδους κρίση για τη σημασία της ιστορίας και εκφράζει

  τη στάση του ως προς αυτήν. Σε πολλές αφηγήσεις η αξιολόγηση παρεμβάλλεται ως διακριτό μέρος μεταξύ της περιπλοκής και της

  λύσης, ενώ σε άλλες αναμειγνύεται με τη λύση.

  δ. η λύση (resolution), όπου παρουσιάζεται το αποτέλεσμα/έκβαση της περιπλοκής.

  ε. η κατάληξη (ή καλύτερα το κλείσιμο, η έξοδος/coda), η «επιστροφή» στο παρόν του αφηγητή (μέσω γλωσσικών δεικτών, άμεσης

  αναφοράς ως προς τις συνέπειες της αφήγησης στο «τώρα» του αφηγητή κ.λπ.)

  (…) Ένα συστατικό της αφήγησης είναι αυτό της αξιολόγησης, κατά την οποία ο αφηγητής διατυπώνει κάποιου είδους κρίση για τη

  σημασία της ιστορίας που αφηγείται και εκφράζει τη στάση του ως προς αυτήν. 

Στην περίπτωση των προφορικών αφηγήσεων, λ.χ., (…) ήδη το θέμα που επιλέγεται ως αντικείμενο αφήγησης είναι μια πρώτη μορφή αξιολόγησης: πρόκειται συνήθως για ένα ζήτημα που θεωρείται σημαντικό ή απροσδόκητο στο ευρύτερο κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο ή σε κάποια επιμέρους ομάδα ή/και επικοινωνιακή περίσταση, λ.χ. ο κίνδυνος, η πολιτική, ο έρωτας. Ως ειδικότερες μορφές αξιολόγησης διακρίνονται οι εξής:

  • η εξωτερική αξιολόγηση: ο αφηγητής διακόπτει την αφήγηση, απευθύνεται στον αποδέκτη της, εκφράζει ρητά αυτό που θεωρεί σημαντικό σημείο της και αξιολογεί τα γεγονότα της.

  • η εσωτερική αξιολόγηση: μέσω διάφορων στοιχείων έμφασης (intensifiers), σύγκρισης (comparators), συσχέτισης (correlatives) και εξήγησης (explicatives) υποδηλώνεται η σημασία που αποδίδεται σε ποικίλες πτυχές της ιστορίας. Τα στοιχεία αυτά βασίζονται στη δραματοποίηση και στη μίμηση αντί της αφήγησης.

Μεταγενέστερα ωστόσο φάνηκε ότι η αξιολόγηση δεν περιορίζεται σε ένα τμήμα της αφήγησης, αλλά κατά κανόνα διευρύνεται σε όλη την έκτασή της. Αυτό συμβαίνει, διότι η αξιολογική, ιδεολογική, συναισθηματική στάση του αφηγητή προς την ιστορία που αφηγείται δεν λαμβάνει συνήθως (ή κυρίως) τη μορφή ρητών σχολίων, αλλά εκφράζεται έμμεσα με συγκεκριμένους κειμενικούς μηχανισμούς. Έχουν κατά καιρούς εξεταστεί διάφορες «στρατηγικές αξιολόγησης», τεχνικές, δηλαδή, οι οποίες υποδεικνύουν ακριβώς τον στόχο της αφήγησης (γιατί επιλέγεται η ιστορίας ως αξιομνημόνευτη/αξιόλογη), καθώς και τη σημασία που έχει για τον αφηγητή (και, κατ’ επέκταση, τη σημασία που θεωρεί εκείνος ότι έχει η ιστορία για τον αποδέκτη της αφήγησης). Οι στρατηγικές αυτές εκτείνονται σε όλο το φάσμα της κειμενικής δόμησης και σε όλους τους άξονες της γλωσσικής ανάλυσης: από τη γλώσσα και το ύφος μέχρι τη συνολική δόμηση του κειμένου, την προβολή γεγονότων στο προσκήνιο και τη μετάθεση άλλων στο παρασκήνιο, το αφηγηματικό τέλος, τη διαγραφή χαρακτήρων, την παρουσίαση των κινήτρων της δράσης τους, την απόδοση του λόγου και της σκέψης τους, τον χειρισμό του χρόνου (επιτάχυνση, επιβράδυνση, επαναληπτική αφήγηση κ. λπ.), την επιλογή της φωνής και της εστίασης, τη χρήση της περιγραφής, του σκηνικού, της μεταφοράς, των εικόνων, τις ειρωνείες κ.ά.

Πρέπει να τονιστεί ότι τα γεγονότα που συνιστούν κάποια αφήγηση συνδέονται μεταξύ τους και διευθετούνται στη βάση δύο αξόνων:

  • του αιτιολογικού (σχέση αιτιότητας) και

  • του χρονικού (σχέσεις χρονικής συνάφειας).

Μπορούν επίσης να εντοπιστούν συγκεκριμένες τεχνικές διαγραφής των χαρακτήρων, οργάνωσης του χρόνου, καθώς και ιδιαίτεροι τρόποι αφηγηματικής μεσολάβησης της ιστορίας (αφηγητής, εστίαση κ.ά.).

 

  Ως προς τη γλώσσα της αφήγησης, κυριαρχούν:

  • τα ρήματα, σε παρελθοντικούς συνήθως χρόνους ή και «ιστορικό»/αφηγηματικό ενεστώτα, τα οποία αποτυπώνουν ακριβώς τη δράση και την εξέλιξη της πλοκής: Οι παρελθοντικοί χρόνοι είναι οι βασικοί χρόνοι αναφοράς σε συμβάντα του παρελθόντος (κυρίως ο αόριστος, αλλά και ο παρατατικός και ο υπερσυντέλικος), ενώ ο ιστορικός ενεστώτας προσδίδει στην αφήγηση μια αίσθηση παραστατικότητας.

  • Βασικό χαρακτηριστικό είναι επίσης οι δείκτες παρατακτικής ή/και υποτακτικής σύνδεσης των συμβάντων σε σχέσεις (σύνδεσμοι/ συνδέτες, όπως: αφού, όταν, πριν, ενώ, καθώς, επειδή, γιατί, για να κ.λπ., επιρρήματα/φράσεις, όπως: ύστερα, μετά, εντωμεταξύ, στη διάρκεια, γι’ αυτό, έτσι κ.ά.).

  • Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο δημιουργεί συνήθως την εντύπωση της αμεσότητας και της προσωπικής μαρτυρίας, ενώ σε τρίτο πρόσωπο δίνει την αίσθηση της αντικειμενικότητας και της σχετικής απόστασης από τα γεγονότα.

bottom of page