top of page

Όσοι μένουν πίσω: H Θεσσαλονίκη τον Αύγουστο

πριν από 10 λεπτά
διαβάστηκε 4 λεπτά

Έξι νέα παιδιά που εργάζονται καλοκαίρι στη Θεσσαλονίκη μιλούν για τη ζέστη, τα ωράρια, τα λεφτά, τις διακοπές που αναβάλλονται και την πόλη που συνεχίζει να κινείται, όταν οι περισσότεροι φεύγουν. 



Τον Αύγουστο η Θεσσαλονίκη αναρρώνει. Η άσφαλτος εκπνέει "ζέστα", ώρες μετά τα πορτοκαλιά ηλιοβασιλέματα. Το καταλαβαίνουν και οι απανταχού λαστιχένιες σαγιονάρες που επιστρατεύονται για μία εξόρμηση ως το περίπτερο. "Ο μόνιμος πληθυσμός της απουσιάζει και τον αντικαθιστά για λίγο ο μικρότερος συγκριτικά τουριστικός. Περισσότερος κόσμος στα αξιοθέατα, στα πάρκα και στα τουριστικά καφέ, λιγότερος στις φοιτητικές γειτονιές, στα Λαδάδικα και στους δρόμους πάνω από την Εγνατία", παρατηρεί ο 19χρονος Παναγιώτης.


Όταν η πρωινή βάρδια του Παναγιώτη τελειώνει σε μια καφετέρια στο Πανόραμα, στην Μπότσαρη η Αναστασία Ν. ετοιμάζεται για ένα ακόμη βράδυ στο μεζεδοπωλείο όπου δουλεύει από τα 18 της. Μερικά τετράγωνα πιο πάνω, στη Χαριλάου, ο Αλέξανδρος Π. κλείνει το βιβλίο του Γ. Σταυρακάκη για τον λαϊκισμό, καθώς σε μισή ώρα θα ετοιμάζει καφέδες στο 24ωρο μίνι μάρκετ της γειτονιάς του. Λίγο αργότερα, η Αναστασία Χ. ανοίγει τη θήκη του βιολιού της· τα έξοδα του ωδείου είναι ένας από τους λόγους που εργάζεται κανονικά όλο το καλοκαίρι σε εκπαιδευτικό οργανισμό με προγράμματα ρομποτικής στο κέντρο της πόλης. Στον Εύοσμο, η Μαριάννα περνά το πρώτο της καλοκαίρι πίσω από τον πάγκο ενός καταστήματος εστίασης. Δύο συνοικίες δυτικότερα, ο Αλέξανδρος Μ. σβήνει για τελευταία φορά σήμερα τη μηχανή του οχήματος της εταιρίας πρώτων υλών για την οποία εργάζεται ως οδηγός. Έξι διαφορετικές βάρδιες σε μια πόλη που, κατά τα άλλα, έχει κατεβάσει ρυθμούς.


Δεν μένουν όλοι πίσω για τον ίδιο λόγο. Για τον Παναγιώτη, το καλοκαιρινό μεροκάματο χρηματοδοτεί ένα ταξίδι στα τέλη Σεπτεμβρίου και μεγαλύτερη οικονομική ανεξαρτησία. Η Μαριάννα και ο Αλέξανδρος, αν και μένουν με τους γονείς τους, θέλουν να βγάζουν τα δικά τους χρήματα. Η Αναστασία Χ. πληρώνει το ωδείο της για να μην συνιστά αυτό ακόμη ένα έξοδο για την οικογένειά της. Για την Αναστασία Ν., η δουλειά σημαίνει ενοίκιο και καθημερινά έξοδα. Και για τον Αλέξανδρο Π., που εργάζεται τρίτο συνεχόμενο καλοκαίρι, «χρειάζονται χρήματα, ώστε να βγει ο μήνας κάπως αξιοπρεπώς για έναν νέο». Ίσως τελικά οι λόγοι δεν διαφέρουν τόσο.


Οι διακοπές, πάντως, δεν εξαφανίζονται· μικραίνουν, μετακινούνται, ψάχνουν κενά ανάμεσα στις βάρδιες. Ένα πενθήμερο σε φιλικό σπίτι στη Λέσβο, δυο εκδρομές στα πέριξ της πόλης, μερικές μέρες στη Νάξο. Από εδώ και πέρα, ίσως «κανένα μπανάκι αυθημερόν ή ένα-δύο βράδια το πολύ στη Χαλκιδική». Για άλλους, το καλοκαίρι θα παραταθεί, με ένα ταξίδι να περιμένει υπομονετικά στα τέλη Σεπτεμβρίου, ή θα λήξει εκεί που ξεκίνησε: στην πόλη. «Το καλοκαίρι και οι διακοπές μού έφερναν πάντα μια μικρή μελαγχολία», ομολογεί η Αναστασία Χ.


Η δουλειά έχει τις δικές της μικρές δοκιμασίες. «Η ζέστη», απαντά χωρίς δεύτερη σκέψη ο Αλέξανδρος Μ. Για τον Παναγιώτη είναι το κουβάλημα και η πίεση να χωρέσουν πολλές υποχρεώσεις σε περιορισμένο χρόνο. «Τη μία μέρα δουλεύεις βράδυ και την άλλη πρωί», λέει ο Αλέξανδρος Π., με τον χρόνο για ξεκούραση να μικραίνει ανάμεσα στις δύο βάρδιες. Και ύστερα είναι οι άνθρωποι. Οι «περίεργοι» πελάτες, απέναντι στους οποίους πρέπει να παραμένεις ευγενικός, ακόμη κι όταν «δεν είσαι στις καλύτερες μέρες σου». Η Αναστασία Ν. το λέει πιο καθαρά: «δεν είναι δικό μας το μαγαζί, δεν είμαστε εκεί για να ξεσπούν τα νεύρα τους, να κάνουν τα σχολιάκια τους, να κοροϊδεύουν. Θα έπρεπε να σέβονται το γεγονός ότι είμαστε εκεί και δουλεύουμε, επειδή χρειαζόμαστε τα λεφτά για να ζήσουμε».


Υπάρχουν, βέβαια, και οι μικρές χειρονομίες που αλλάζουν μια βάρδια. «Δεν έχω κάποια απαίτηση από τον πελάτη, αλλά σε τέτοιο καιρό με αυτήν τη ζέστη ένα νεράκι είναι αρκετό για να τον αγαπήσω περισσότερο», μοιράζεται ο Αλέξανδρος Μ. Ο συνονόματός του Χαριλιώτης ανακαλεί μια διαφορετική σκηνή: ένα κοντινό του πρόσωπο, εμφανώς κουρασμένο, σταμάτησε σε ένα μίνι μάρκετ για καφέ. Η κοπέλα πίσω από τον πάγκο τού είπε: «φαίνεται πως είχατε μια κουραστική μέρα, κερασμένος από εμένα ο καφές». «Ένα ωραίο χαμόγελο ή συμπεριφορά από τον πελάτη σε συνδυασμό με καλή συμπεριφορά από τον νέο εργαζόμενο μπορεί να φτιάξει μια δύσκολη και για τους δύο μέρα», καταλήγει.


Τους ρωτώ αν έχουν αισθανθεί αδικία. «Μπορώ να πω πως τους ζήλευα μερικές φορές», παραδέχεται ο Αλέξανδρος Μ. για τους λιγοστούς φίλους του που δεν εργάζονται. Η Αναστασία Χ. περιγράφει το αίσθημα αναλυτικότερα: «Στην αρχή ένιωθα αδικία, κυρίως επειδή αρκετές από τις φίλες και τις γειτόνισσές μου δεν εργάζονται και δεν σπουδάζουν αυτήν την περίοδο, και δεν πάνε διακοπές. Υπήρχαν φορές που, όταν εγώ σχολούσα, εκείνες μόλις ξυπνούσαν. Το ένιωθα περισσότερο τον χειμώνα: μπορούσαν να μείνουν μέχρι αργά σε μαζώξεις και γλέντια, ενώ εγώ συχνά έπρεπε να φύγω νωρίτερα, επειδή ξεκινούσα δουλειά στις 8 το επόμενο πρωί. Με τον καιρό, όμως, άρχισα να το συνηθίζω και προσπάθησα να το δω περισσότερο ως μια επιλογή και μια ευθύνη που έχω αναλάβει για τον εαυτό μου». Για όλους ανεξαιρέτως πάντως ισχύει το εξής: η πλειοψηφία του κύκλου τους δουλεύει κατα τη διάρκεια του καλοκαιριού, περισσότερο ή λιγότερο, εντός ή εκτός πόλης.

 

Ο Αλέξανδρος Π. τονίζει τη σημασία η εμπειρία της καλοκαιρινής εργασίας φοιτητριών και φοιτητών να μη παραμείνει μονάχα στο επίπεδο της προσωπικής γκρίνιας: «Δεν πρέπει να είναι ένα ατομικό παράπονο πολλών νέων αλλά κάτι συλλογικό, ώστε σταδιακά να υπάρξει έστω η προοπτική αλλαγής αυτής της κατάστασης». Μέχρι τότε, ο Αύγουστος συνεχίζει. Η Μαριάννα επιστρέφει στο κέντρο και απολαμβάνει «τα ήσυχα καλοκαιρινά βράδια», οι βάρδιες αλλάζουν χέρια και οι δρόμοι αδειάζουν λίγο ακόμη. «Η πόλη ηρεμεί», λέει η Αναστασία Ν. Όχι όμως και όλοι όσοι μένουν πίσω.



Σχόλια


bottom of page