top of page

Η βιομηχανία του “μοιάζει σημαντικό”


Σπάνια μια βιομηχανία καταφέρνει να πλασάρει την απουσία επιχειρήματος ως καλλιτεχνική επιλογή. Τα τελευταία χρόνια, ένα συγκεκριμένο κύμα παραγωγών έχει μάθει να δίνει την αίσθηση ότι κάτι ειπώνεται , χωρίς να λαμβάνει την υποχρέωση να το πει πραγματικά. Η αισθητική αυτή λειτουργεί ως υποκατάστατο ανάλυσης, και το θέμα (postpartum depression, cancel culture, viral fame) ως άλλοθι. Δηλαδή αρκετά αναγνωρίσιμο ώστε να προκαλεί ταύτιση, αρκετά αόριστο ώστε να μην υποχρεώνεται σε τίποτα.


Το ανεξάρτητο σινεμά έχει τεθεί ιστορικά έναντι του Hollywood, ως χώρος καλλιτεχνικής ελευθερίας και ρίσκου. Όταν το επίθετο indie, που με την εξέλιξη του ανεξάρτητου κινηματογράφου έγινε διακριτό χαρακτηριστικό, γίνεται marketing identity, χάνει ακριβώς αυτό το αντιθετικό στοιχείο που το καθόρισε. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι τυχαίο και δεν περιορίζεται σε μια μόνο εταιρεία. Το A24, το studio που έχει γίνει συνώνυμο με αυτήν την αισθητική, αποτελεί σήμερα μια εταιρεία δισεκατομμυρίων που λειτουργεί ως cultural label. Το κοινό δεν ακολουθεί μόνο τις ταινίες, αλλά την ταυτότητα που αυτές υπόσχονται. Πρόσφατο άρθρο στο The Conversation το περιγράφει ως «billion dollar brand parading as cinema's indie darling» και εννοεί μια εμπορική μηχανή που έχει μάθει να πουλά την εικόνα του αντισυμβατικού και υποδύεται το ανεξάρτητο στούντιο. Η συνταγή είναι απλή: ένα κοινωνικά φορτισμένο θέμα, μια εικόνα που σηματοδοτεί προσοχή, και καλαίσθητη ατμόσφαιρα ώστε η απουσία επιχειρήματος να περνά απαρατήρητη.


Μια ταινία που σε αφήνει με λιγότερες ερωτήσεις από όσες είχες πριν την δεις, δεν σε οδήγησε πουθενά.


Όταν μια ταινία αναφέρεται σε ένα φαινόμενο χωρίς εμβάθυνση, δεν οδηγεί τον θεατή σε ερωτήματα , τον αφήνει με την ψευδαίσθηση ότι ήδη κατανοεί. Και αυτό είναι ακριβώς το αντίθετο από ό,τι  μπορεί να πετύχει ο κινηματογράφος όταν λειτουργεί στο μέγιστο των δυνατοτήτων του. Μια ταινία που εξετάζει πραγματικά αυτό που υπόσχεται δεν δίνει απαντήσεις. Αναγκάζει τον θεατή να διαπραγματευτεί κάτι που δεν είχε σκεφτεί με αυτόν τον τρόπο πριν. Αυτή η διαφορά δεν είναι θέμα προϋπολογισμού ή τεχνικής κατάρτισης. Είναι θέμα πρόθεσης. Τρεις πρόσφατες παραγωγές το αποδεικνύουν με ιδιαίτερη σαφήνεια.


Η ταινία Die My Love πλησιάζει την ψυχική κατάρρευση μιας γυναίκας μετά τη γέννα με άψογη φωτογραφία. Η πρωταγωνίστρια παρουσιάζεται ταυτόχρονα ως γυναίκα σε ψυχική κατάρρευση και ως αντικείμενο εξιδανίκευσης. Η αποσύνθεση φωτογραφίζεται με τρόπο που την καθιστά cool και η σεξουαλικοποίησή της παραμένει ακόμα και στις πιο ακραίες στιγμές. Αντί η ταινία να αντιμετωπίσει την ασθένεια ως εμπειρία με εσωτερικό βάρος, την ανάγει σε ταυτότητα που φοριέται με στυλ. Στο τέλος ο θεατής  έχει απλώς παρακολουθήσει κάποιον να υποφέρει όμορφα. Ο θεατής δεν έρχεται αντιμέτωπος με τον πόνο της απλά καταναλώνει την εικόνα του.



Το Dream Scenario έχει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες αφετηρίες της δεκαετίας: τι σημαίνει να γίνεσαι viral χωρίς λόγο, και να ακυρωθείς εξίσου χωρίς λόγο. Cancel culture, παθητικότητα, η ανικανότητα του ατόμου απέναντι στο πλήθος. Όλα αυτά τοποθετούνται στο τραπέζι με αξιοσημείωτη ακρίβεια και εκεί μένουν. Κανείς δεν τα αγγίζει. Στο τέλος το μήνυμα συμπυκνώνεται σε μια γενική αίσθηση ότι ο κόσμος είναι παράλογος, κάτι που ο θεατής γνώριζε ήδη πριν αγοράσει το εισιτήριο.



Το I Origins είναι η πιο φιλόδοξη από τις τρεις στην θεωρεία. Επιστήμη, μεταφυσική, απώλεια, σύμπτωση. Το επιστημονικό περιβάλλον, τα εργαστήρια, τα μικροσκόπια, τα δεδομένα λειτουργούν ως αισθητική σοβαρότητας παρά ως πραγματική διερεύνηση. Η ταινία δεν εξετάζει τη σχέση επιστήμης και πίστης, τη χρησιμοποιεί για να δημιουργήσει την εντύπωση ότι την εξετάζει. Αν αφαιρεθεί όλο το high-concept περιτύλιγμα, η ιδέα που απομένει είναι ότι ίσως υπάρχει κάτι πέρα από αυτό που βλέπουμε, πράγμα που δεν απαιτεί μια ολόκληρη παραγωγή για να ειπωθεί. Τίποτα από τα παραπάνω δεν σημαίνει ότι η αισθητική εμπειρία δεν έχει αξία. Σημαίνει ότι δεν αρκεί από μόνη της. Όταν ο θεατής μαθαίνει να ικανοποιείται με το να αναγνωρίζει ένα θέμα αντί να το σκέφτεται, όταν η ατμόσφαιρα αντικαθιστά την ανάλυση και το αισθητικό αποτέλεσμα περνά για νοηματική πληρότητα, η κριτική σκέψη δεν απουσιάζει απλώς από την ταινία, απουσιάζει και από την αίθουσα.



Αυτό είναι το πραγματικό κόστος του συγκεκριμένου κύματος παραγωγών. Όχι ότι χρηματοδοτούνται κινηματογραφικά έργα που δεν συγκινούν, αλλά ότι εκπαιδεύουν το κοινό να σταματά εκεί. Ο κινηματογράφος στην καλύτερη εκδοχή του δεν επιλέγει ανάμεσα στο συναίσθημα και τη σκέψη αλλά τα απαιτεί και τα δύο ταυτόχρονα, και ακριβώς σε αυτή την ταυτόχρονη λειτουργία βρίσκεται η αξία του. Η επανάληψη της συνταγής κανονικοποιεί μια σχέση με τον κινηματογράφο όπου το να νιώθεις υποκαθιστά το να σκέφτεσαι. Και σε αυτή τη σχέση, ο θεατής χάνει πάντα περισσότερα από όσα κερδίζει.

Σχόλια


bottom of page