top of page

Σταθμός Βενιζέλου: Αναζητώντας απαντήσεις σε μία συζήτηση 20 χρόνων

πριν από 16 ώρες
διαβάστηκε 5 λεπτά

Φωτογραφία από τα εγκαίνια του σταθμού επί της παρουσίας του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη, της Προέδρου Δημοκρατίας Κ.Σακελλαροπούλου και της Υπουργού Πολιτισμού Λ. Μενδώνη (30/11/2024)
Φωτογραφία από τα εγκαίνια του σταθμού επί της παρουσίας του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη, της Προέδρου Δημοκρατίας Κ.Σακελλαροπούλου και της Υπουργού Πολιτισμού Λ. Μενδώνη (30/11/2024)

Κατεβαίνω τρέχοντας τις σκάλες του μετρό στην οδό Βενιζέλου με Εγνατία -δεν θέλω να φτάσω ξανά αργοπορημένη- χαζεύοντας κλεφτά όπως κάθε φορά τα αρχαία που πλαισιώνουν τις σκάλες. Κι όμως, κάθε μέρα, μέσ’την βιασύνη μου να εκδώσω εισιτήριο και να επιβιβαστώ στον συρμό για να φτάσω στον προορισμό μου, ποτέ δεν αναρωτήθηκα τι στο καλό κάνουν, εκείνα τα «άσχετα» αρχαία δίπλα στη στάση…


Ύστερα από σχεδόν δεκατέσσερα χρόνια έντονων και όχι μόνο συζητήσεων, μακρόχρονων αγώνων, ισχυρού διχασμού αλλά και αμφιλεγόμενων αποφάσεων, ίσως αξίζει να αναρωτηθούμε με μια πιο σύγχρονη ματιά πια, πόσο μη λειτουργική είναι η νέα θέση των αρχαιοτήτων, που μόνο «άσχετες» δεν ήταν στο χώρο.


Η κατασκευή του συγκεκριμένου σταθμού, παρά τις διάφορες διαφωνίες για το αν θα είναι αρκετά λειτουργική σε εκείνο το σημείο, άρχισε το μακρινό 2007 επί κυβέρνησης Καραμανλή. Η περιπέτεια όμως, ξεκίνησε πέντε χρόνια μετά όταν το 2012 ενόψει των σχετικών χωματουργικών εργασιών, ήρθαν στο φως ανυπολόγιστης αξίας αρχαιότητες. Πρόκειται, για την διασταύρωση της τότε κεντρικής λεωφόρου Decemanus Maximus με την οδό Cardo, κάτω ακριβώς από την σημερινή διασταύρωση Εγνατίας με Βενιζέλου, μαρτυρώντας μια αλληλουχία στην κεντρική κυκλοφορία της πόλης ανά τους αιώνες.


Τεχνητή απεικόνιση της κεντρικής λεωφόρου Decemanus Maximus του 6ου αι.
Τεχνητή απεικόνιση της κεντρικής λεωφόρου Decemanus Maximus του 6ου αι.

Μεταξύ των ετών 2012-2016 και ενώ η κυβέρνηση άλλαζε από εκείνη του Α. Σαμαρά σε εκείνη του Α. Τσίπρα, δεν πραγματοποιήθηκε καμία ενέργεια συνέχισης κατασκευής του σταθμού, μολονότι η διαμάχη που ξεκίνησε δεν επέτρεπε να γίνει κάποιο επισφαλές επόμενο βήμα στο άμεσο μέλλον. Και η διαμάχη αυτή, άγγιξε τα όρια του ανοιχτού διχασμού όταν οι τόσο σημαντικές αρχαιότητες που αποκάλυπταν ένα τεράστιο κομμάτι της ρωμαϊκής και βυζαντινής Θεσσαλονίκης, τέθηκαν υπό απειλή.


Γιατί, ενώ το αρχικό πλάνο είχε αλλάξει και τα αρχαία διασώθηκαν από το να αποσπαστούν από τον «in situ» χώρο που βρέθηκαν και να εκτεθούν σε ξεχωριστό μουσείο, προέκυψε ένα άλλο δισεπίλυτο δίλημμα: τι αποτελεί πιο μη χρονοβόρα ή μη καταστροφική για τα πολιτισμικά ευρήματα λύση,

α) η μη απόσπαση των μνημείων από τον χώρο εύρεσης τους ή

β) η απόσπαση και επανατοποθέτηση τους στον νέο σταθμό.


Γραφιστική απεικόνιση μιας ιδέας αξιοποίησης των αρχαιοτήτων σε περίπτωση ακύρωσης κατασκευής του σταθμού, με την Εγνατία να μετατρέπεται σε πεζόδρομο με γυάλινη προστασία.
Γραφιστική απεικόνιση μιας ιδέας αξιοποίησης των αρχαιοτήτων σε περίπτωση ακύρωσης κατασκευής του σταθμού, με την Εγνατία να μετατρέπεται σε πεζόδρομο με γυάλινη προστασία.

Οι εκπρόσωποι της πρώτης πρότασης, ως επί το πλείστον αρχαιολόγοι, μια σημαντική μερίδα απλών πολιτών αλλά και ένας μικρός αριθμός τεχνικών και αρχιτεκτόνων, υποστηρίζαν την μη απόσπαση των αρχαιοτήτων από τον χώρο εύρεσης, για έναν και μόνο κύριο λόγο: το ζήτημα της αυθεντικότητας τους. Δήλωναν λοιπόν, ότι αρχαιότητες οι οποίες μετακινούνται από τον χώρο που βρέθηκαν σταματούν να είναι αυθεντικές  έξω από αυτόν και στη συνέχεια, είτε αποτελούν απλά άψυχα εκθέματα πλαισιωμένα από κάγκελα, είτε στην προκειμένη περίπτωση αποτελούν σκηνικά ομορφιάς ενός σταθμού του μετρό. Στήριζαν επίσης τα επιχειρήματα τους σε κάποιες (για εκείνους) επιβεβαιωμένες μελέτες οι οποίες υποστηρίζαν ότι μπορεί να κατασκευαστεί ο σταθμός του μετρό συμπεριλαμβανομένων των αρχαιοτήτων αλλά άνευ απόσπασης και επανατοποθέτησης τους. Καθώς και το άρθρο 42 του Αρχαιολογικού Νόμου 3028/2002 ο οποίος προβλέπει ότι απαγορεύεται η μεταφορά ακινήτου μνημείου ή τμήματός του χωρίς άδεια του Υπουργείου Πολιτισμού, με εξαίρεση εάν κριθεί απολύτως αναγκαία η μετακίνηση για την ακεραιότητα τους ή λόγω εκτέλεσης μεγάλων τεχνικών έργων εθνικής σημασίας για τα οποία δεν υπάρχει τεχνική δυνατότητα να γίνει κάτι διαφορετικό.


Από την άλλη, εκπρόσωποι της δεύτερης πρότασης, πολυάριθμοι μηχανικοί, αρχιτέκτονες και ειδικοί σε κατασκευές τέτοιου είδους συντάχθηκαν με την απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαίων στο σταθμό πιστεύοντας πως αυτή ήταν η μόνη τεχνικά εφαρμόσιμη λύση. Θεώρησαν πως, δεν ήταν δυνατό να γίνει κάτι διαφορετικό και οι μελέτες τις οποίες παρέθετε η αντίθετη πλευρά δεν ίσχυαν.


Εργασίες για την κατασκευή του σταθμού 
Εργασίες για την κατασκευή του σταθμού 

Τον Οκτώβριο του 2015 εντούτοις, ο τότε υπουργός Πολιτισμού, Αριστείδης Μπαλτάς, υπέγραψε απόφαση για την «κατά χώραν διατήρηση των αρχαιοτήτων που βρέθηκαν στις ανασκαφές του σταθμού Βενιζέλου» μετά από σθεναρές διαμαρτυρίες των πολιτών και έντονη πίεση από σωματεία αρχαιολόγων της πόλης αλλά και τον ίδιο τον τότε δήμαρχο, Γ. Μπουτάρη. Μολονότι όμως η απόφαση αυτή είχε παρθεί, οι αρμόδιοι φορείς αδυνατούσαν να βρουν λύση για το πώς θα προχωρήσει το έργο χωρίς να αποσπαστούν τα αρχαία –τότε προτάθηκε ακόμα και το ενδεχόμενο να καταργηθεί ο σταθμός. Έτσι, από το 2015 έως το 2019 οι εργασίες για την κατασκευή του σταθμού μπήκαν σε γύψο. Με την αλλαγή όμως της κυβέρνησης από εκείνη του Α. Τσίπρα σε εκείνη του Κ. Μητσοτάκη, το 2019, υποστηρίχθηκε ότι ναι μεν η εντολή του 2015 ήταν να μείνουν κατά χώραν τα αρχαία, κανείς βέβαια μηχανικός δεν θεώρησε ότι αυτό το εγχείρημα μπορεί να γίνει με ασφάλεια. Με την πρώτη πρόταση να μην μπορεί να μπει –όπως υποστηρίχθηκε από την ίδια την κυβέρνηση- σε εφαρμογή λόγω τεχνικής αδυναμίας, εγκρίθηκε ομόφωνα από το ΚΑΣ (Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο) η επιλογή απόσπασης και επανατοποθέτησης των αρχαιοτήτων με το πλειοψηφικό ποσοστό του 92%. Και η πόλη, διχάστηκε ξανά…


Σύσσωμη η επιστημονική κοινότητα της πόλης συμπεριλαμβανομένων αρχαιολόγων, καθηγητών ιστορίας, μηχανικών και αρχιτεκτόνων αλλά και Έλληνες πανεπιστημιακοί από όλες τις μεριές της Ελλάδας έστειλαν μηνύματα στον πρωθυπουργό κατά της απόσπασης των αρχαιολογικών μνημείων. Πραγματοποιήθηκαν συναυλίες από καλλιτέχνες ενώ κινητοποιήθηκαν διαμαρτυρίες και πορείες όχι μόνο αρχαιολόγων αλλά και απλών πολιτών οι οποίοι συντάχθηκαν με το μέρος των πρώτων, μη επιτρέποντας ένα τόσο σημαντικό κομμάτι της Βυζαντινής και Ρωμαϊκής Θεσσαλονίκης να χαθεί. Στις 22 και 23 Ιουλίου 2021 μετά από κίνηση της κυβέρνησης να τεθούν σε εφαρμογή οι εργασίες απόσπασης των αρχαιοτήτων, ξεκίνησε μια από τις πιο σημαντικές κινητοποιήσεις για την τύχη των αρχαιοτήτων του σταθμού. Με το σύνθημα «έγκλημα στον σταθμό Βενιζέλου» η πρόεδρος του ΣΕΑ (Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων) Δ. Κουτσούμπα, ζήτησε από τον ίδιο τον πρωθυπουργό και το ΥΠΠΟΑ το χρονοδιάγραμμα του έργου κάτι που δεν απαντήθηκε ποτέ. Μέσα σε λίγες μέρες, όλη η Θεσσαλονίκη έγινε ένα τεράστιο αλφαβητάρι και ξαφνικά κιτρίνισε, με τεράστια πανό να τη σκεπάζουν και να γράφουν: «ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ!».


Τεχνητή απεικόνιση της κεντρικής λεωφόρου Decemanus Maximus του 6ου αι.
Τεχνητή απεικόνιση της κεντρικής λεωφόρου Decemanus Maximus του 6ου αι.

Φυσικά βέβαια, δεν υπήρξε αντίσταση κατά της απόσπασης των αρχαιοτήτων μόνο εκ του εσωτερικού… O Paolo Odorico, Ιταλός ακαδημαϊκός που κατέχει έδρα Βυζαντινών Σπουδών στο Παρίσι, αντιστάθηκε με τις δικές του δυνάμεις στην απόσπαση των τόσο πολύτιμων βυζαντινών και ρωμαϊκών αρχαιοτήτων. Ο ίδιος μάλιστα πρότεινε πως η Θεσσαλονίκη, μια πόλη με έντονο βυζαντινό και ρωμαϊκό ενδιαφέρον, θα μπορούσε να αναδειχθεί σε μοναδικό χώρο προβολής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όπως αυτή άκμασε από το 300 μ.Χ. κάτι που δυστυχώς δεν έγινε λόγω της απόφασης για απόσπαση των αρχαιοτήτων, πράγμα απογοητευτικό όπως τόνισε, σε μια εποχή που η μελέτη του Βυζαντίου κερδίζει παγκόσμια αναγνώριση. «Σας ικετεύω, μην αφήσετε να καταστραφούν αυτά τα μνημεία, διότι αν καταστρέψετε το παρελθόν, θα καταστρέψετε και το μέλλον», διακήρυξε.


Τα αρχαία στον σταθμό Βενιζέλου σήμερα, Φωτογραφία: Μαριάννα Μιχαλούδη, 2026
Τα αρχαία στον σταθμό Βενιζέλου σήμερα, Φωτογραφία: Μαριάννα Μιχαλούδη, 2026

Το υπουργείο όμως, παρά τις επίμονες κινητοποιήσεις και τις απεργίες τόσο Ελλήνων ειδικών και αρχαιολόγων όσο και ξένων, συνέχισε ανενόχλητο τις εργασίες απόσπασης των αρχαιοτήτων και κατασκευής του σταθμού θεωρώντας πως οποιαδήποτε άλλη κίνηση για επαναδιαπραγμάτευση, θα αποτελούσε αιτία να χαθεί παραπάνω πολύτιμος χρόνος. Η «αποκοπή» λοιπόν, των μνημείων αυτών, από τις «ρίζες» τους ήταν πλέον μονόδρομος.


Στο τέλος της ημέρας όμως και μετά από σχεδόν δεκατέσσερα χρόνια, δεν έχει τόση σημασία τι έγινε τελικά. Οι αγώνες δόθηκαν, τα αρχαία αποσπάστηκαν, ο σταθμός τελείωσε. Ποια είναι η σχέση όμως, των πολιτών με τη πολιτιστική τους κληρονομιά; Περνούν κάθε μέρα από τον σταθμό σαν απλοί διαβάτες, όμως, ρίχνουν μια ματιά σε αυτά που στέκονταν εκεί, πριν από αυτούς και τους περίμεναν; Παιδιά μικρά, νέοι σαν κι εμάς μεγαλώνουν και δεν γνωρίζουν τίποτα για τα αρχαία αυτά και την ιστορία τους. Δεν είναι στο χέρι μας πια να κάνουμε κάτι για την διάσωση τους, μπορούμε όμως, να τα «αγκαλιάσουμε» στην θέση που βρίσκονται. Μπορούμε να έχουμε άμεση επαφή με εκείνα, μέσα από το σταθμό, προσπαθώντας να μην θάψουμε την ιστορία τους μαζί με εκείνα. Γιατί, το θέμα δεν είναι μόνο να διασώσουμε τα αρχαία. Το θέμα είναι μαζί με αυτά, να διασώσουμε και τη δική μας μνήμη.

Σχόλια


bottom of page