top of page

Η εικαστικός Φωτεινή Χαμιδιελή μάς μιλά για τη συμμετοχή της στην έκθεση «Άστυ» και τη δική της εικαστική προσέγγιση σχετικά με την πόλη, τη μνήμη και τη συνύπαρξη.


Στο πλαίσιο της ομαδικής έκθεσης «Άστυ», είχαμε την ιδιαίτερη χαρά να συνομιλήσουμε με την Φωτεινή Χαμιδιελή, τη μοναδική γυναίκα από τους επτά εικαστικούς που συμμετέχουν στην ομάδα. Η έκθεση, που φιλοξενείται στη Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης, διερευνά την κοινωνικό-χωρική διαλεκτική, μέσα από την οποία το άστυ παράγει, νοηματοδοτεί και αφηγείται εμπειρίες συνύπαρξης, αλλά και στιγμές απομόνωσης.


Επτά εικαστικοί από επτά πόλεις της Μακεδονίας -Σέρρες: Βαφειάδης Βασίλης, Θεσσαλονίκη: Ζαχαριάδης Σώτος, Κατερίνη: Καραμήτας Θανάσης, Ποτίδαια: Κυριάκου Νικόλας, Φλώρινα: Λιούκρας Σωτήρης, Κοζάνη: Ντιός Κώστας, Βέροια:  Χαμιδιελή Φωτεινή- με διαφορετικές καταβολές, εμπειρίες και μνήμες, προσεγγίζουν την πόλη ως πεδίο συγκρότησης αφηγήσεων, εμπειριών και σχέσεων, όπου η συνύπαρξη και η απομόνωση συνυπάρχουν και μεταβάλλονται διαρκώς. Μέσα από τα έργα τους, το άστυ δεν αποτελεί απλώς σκηνικό, αλλά ενεργό συνδιαμορφωτή της καθημερινότητας.


Λίγα λόγια για την Φωτεινή Χαμιδιελή …



Η Φωτεινή Χαμιδιελή γεννήθηκε στη Βέροια το 1957 και σπούδασε ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών του Rhode Island School of Design στις Ηνωμένες Πολιτείες (1975-1978), ενώ συνέχισε τις σπουδές της στο παράρτημα της σχολής στη Ρώμη (1978-1979). Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου εργάστηκε ως καθηγήτρια εικαστικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η ενασχόλησή της με τη ζωγραφική ξεκίνησε από μικρή ηλικία και όπως η ίδια αναφέρει, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής της: «Δεν υπάρχει καθημερινότητα χωρίς τέχνη και ζωγραφική».


 

Πώς προέκυψε η συμμετοχή σας στην έκθεση «Άστυ» και πώς προσεγγίζετε την εικαστική θεματική;

 

Στην έκθεση συμμετέχουμε επτά εικαστικοί από διαφορετικές πόλεις της Μακεδονίας. Γνωριζόμαστε όλοι μεταξύ μας και παρακολουθώ με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα έργα και την εξέλιξη των συναδέλφων μου. Το «Άστυ» δεν με είχε απασχολήσει ως θεματική σε προηγούμενα έργα μου, ωστόσο η εικόνα του σπιτιού-συμβόλου, όπως το αποτυπώνουν τα μικρά παιδιά, είχε εμφανιστεί πολύ νωρίτερα από την πρόταση του Σώτου Ζαχαριάδη για τη θεματική της έκθεσης. Σε αυτό ίσως να συνέβαλε και η μικρή μου εγγονή. Σκοπός του Ζαχαριάδη ήταν να συνθέσουμε διαφορετικές οπτικές του άστεως, μέσα από τη ξεχωριστή προσέγγιση και την προσωπική δουλειά του καθενός μας. Έτσι, ξεκίνησα να διερωτώμαι: πώς είναι το σπίτι; Τι σημαίνει πραγματικά σπίτι; Πού βρίσκεται το σπίτι για τον καθένα και καθεμιά από εμάς; Αισθάνομαι ότι οι άνθρωποι που κατοικούν στις μεγάλες πόλεις συχνά νιώθουν κρυμμένοι και καταπιεσμένοι. Εγώ μένω σε μια μικρή πόλη, τη Βέροια, όμως ίσως επειδή πλέον έχω μεγαλώσει, οι πολυκατοικίες, ο θόρυβος, η έλλειψη πρασίνου, ακόμη και η δυσκολία να αντικρίσω τον ήλιο, μου προκαλούν μια αρνητική ένταση. Χάθηκαν τα ωραία πράγματα. Συχνά αναρωτιέμαι κατά πόσο αυτή η πόλη μάς αξίζει, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί. Για τον λόγο αυτό, μέσα από τα έργα μου θέλησα να μιλήσω για τις μικρές πόλεις και ό,τι έχει απομείνει από αυτές.



Ώστε, λοιπόν, αναπολείτε τα στοιχεία των μικρών πόλεων! Στα έργα σας αναδύεται μια νοσταλγική ματιά απέναντι στο αστικό τοπίο που μεταβάλλεται και χάνεται;


Κάποια στοιχεία έχουν παραμείνει, ωστόσο η αίσθηση της νοσταλγίας είναι έντονη. Όταν επέστρεψα από την Αμερική, αναζητούσα στην πόλη σημάδια της παιδικότητας μου. Στην έκθεση παρουσιάζεται και ένα έργο, στο οποίο απεικονίζεται σε πρώτο πλάνο ένας πελεκάνος, στο φόντο αναδύεται ένα τοπίο της Βέροιας, ενώ υπάρχει μια γυναικεία μορφή που κοιτάει επίμονα. Το συγκεκριμένο έργο, βασίστηκε σε μια παιδική ανάμνηση. Μικρή πήγαινα στο Πρώτο Δημοτικό Σχολείο, στο κτίριο όπου σήμερα στεγάζεται το Δημαρχείο της πόλης. Όταν πηγαίναμε εκδρομές στα Πευκάκια (στην περιοχή όπου βρίσκονται σήμερα το 3ο και 4ο Γυμνάσιο Βέροιας) κατεβαίναμε από το δρομάκι μπροστά από τη σημερινή Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη και κάπου στο ενδιάμεσο αυτής της διαδρομής, υπήρχε μια εκκλησία. Εκεί θυμάμαι μια γυναίκα καθισμένη πάνω σε μια μεγάλη πέτρα. Πιθανότατα ήταν ξένη και σχεδίαζε το καμπαναριό, πάνω στο οποίο υπήρχαν πελεκάνοι. Εκείνη η εικόνα υπήρξε για εμένα καταλυτική. Πιστεύω πως ήταν η στιγμή που άνοιξε πραγματικά η ματιά μου προς τη ζωγραφική. Την κοιτούσα με θαυμασμό και σκεφτόμουν πως κάποια μέρα θα ήθελα κι εγώ να μπορώ να κάνω το ίδιο, να σχεδιάζω!


Μέσα από αυτή την έκθεση μού δόθηκε η ευκαιρία να ανατρέξω στις αναμνήσεις και στα βιώματά μου, να αισθανθώ εκ νέου συγκινήσεις και να ανασύρω πρόσωπα τυχαία και συνάμα καθοριστικά, που συναντήθηκαν κάποτε με τη δική μου διαδρομή μέσα στην πόλη.

 

Η έκθεση θα διαρκέσει έως της 24 Μαΐου 2026

Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης (Casa Bianca)

Σχόλια


bottom of page