top of page

Ανεμοδαρμένα ύψη: Η επομένη της ταινίας…

Αμέσως μετά την προβολή της ταινίας Ανεμοδαρμένα Ύψη δημιουργήθηκε έντονος διάλογος στα social media, με κύριο στοιχείο την εκθείαση του γοητευτικού πρωταγωνιστικού διδύμου, δηλαδή της Margot Robbie και του Jacob Elordi. Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον, παρόλα αυτά, παρουσιάζει το πρωτότυπο έργο της Βρετανής συγγραφέως Emily Brontë, στο οποίο λανθάνουν βαθύτερα νοήματα που αξίζει να σχολιαστούν περαιτέρω. 


Αρχικά, η ταινία καθ’ αυτή αποτελεί ένα αξιόλογο έργο, από το οποίο δεν μπορεί να αφαιρεθεί η δεξιοτεχνική σκηνογραφία, ωστόσο, δεν αποσκοπεί σε μία πιστή αναπαράσταση του βιβλίου. Το μυθιστόρημα συνιστά έναν δικό του, μοναδικό και σύνθετο κόσμο, με τη λεπτομέρεια τόσο στην περιγραφή της πλοκής όσο και της ψυχοσύνθεσης των ηρώων να «συγκολλάει» τα κομμάτια του αριστουργήματος της συγγραφέως. Η φενελική σκηνοθεσία της ταινίας δίνει την ιδέα ότι πρόκειται για μία ρομαντική ιστορία με αισθητική, εξιστορώντας την ερωτική πάλη και, εν τέλει, συνάντηση των δύο κεντρικών ηρώων. Η συνέχεια, όμως, αποδεικνύεται μοιραία, καταρρίπτοντας την αρχική εντύπωση.


Για την καλύτερη σύλληψη της ιδέας κρίνεται απαραίτητο να σκιαγραφηθούν τα κεντρικά πρόσωπα που χρήζουν σχολιασμού. Αρχικά, η Κάθι παρουσιάζεται ως μία εγωίστρια νεαρή κοπέλα, με έντονες συναισθηματικές εναλλαγές, αρκετά εγωπαθής και ιδιαίτερα κτητική. Σε αντιδιαστολή με το σχετικά συγκρατημένο κορίτσι της ταινίας, η ηρωίδα του συγγραφικού έργου φαίνεται να ξεδιπλώνει σε μεγαλύτερο βαθμό τα μελανά σημεία του χαρακτήρα της, σε σημείο να αμφισβητούνται οι ανιδιοτελείς πράξεις και σκέψεις της.


Ένα πράγμα, όμως, μένει αναλλοίωτο και στις δύο της μορφές διέπει όλη της την παρουσία: η αγάπη της για τον Χίθκλιφ. Μία αγάπη που δεν «τερματίζει» στην αφοσίωση, τη δοτικότητα και πάθος αλλά ακολουθεί ένα ιδιαίτερα αλλόκοτο μονοπάτι, έχοντας μία εμμονική και σκοτεινή στροφή. Προδομένος απ’ όλους, πληγωμένος και ταπεινωμένος από τη ζωή, ο Χίθκλιφ αντιμετωπίζει ήδη από πολύ μικρός δύσκολες καταστάσεις, οι οποίες διαμορφώνουν έναν στυφό και σχεδόν άξεστο νεαρό. Μοναδική του αχτίνα φωτός ήταν η πολυαγαπημένη του Κάθριν, ο άνθρωπος που τον είδε γι’ αυτό που πραγματικά είναι και, μάλιστα, τον αγάπησε γι’ αυτό. Μετά όμως, δεν έζησαν αυτοί καλά και αυτοί καλύτερα – ο θάνατος της Κάθι σηματοδότησε την αρχή της καταστροφής του Χίθκλιφ. Τα λόγια που εκφέρει σε εκείνο το σημείο, όπως χαρακτηριστικά το «στοίχειωσέ με», κάνουν δάκρυα να αναβλύζουν από τα μάτια των θεατών, και δικαίως. Η εκδοχή αυτή του ρομαντικού και παθολογικά πιστού εραστή δεν επιβεβαιώνεται και από το συγγραφικό έργο.


Πιάνοντας το νήμα από την τελική σκηνή της ταινίας, ο κυνηγημένος από τους πραγματικούς και μεταφορικούς του εφιάλτες, Χίθκλιφ, τρέμει στην ιδέα να επιστρέψει σε μία πρωταρχική φάση πλήρους κοινωνικής και ταξικής αμφισβήτησης. Τον τρομοκρατεί τόσο πολύ μία τέτοια έκβαση που η εκδίκηση και η ανάκτηση του ελέγχου μετατρέπονται στον απόλυτο στόχο του. Παρατηρούμε, έτσι, την πλήρη αποσύνθεση του χαρακτήρα του και τον εκμαυλισμό οποιουδήποτε χαρακτηριστικού που πρόδιδε μία προγενέστερη ευγένεια ψυχής. Συνεπώς, το άλλο νόμισμα της αγάπης, το πιάτο που τρώγεται κρύο, αποσκοπεί στην πάταξη της απόρριψης και της αποκατάστασης του κατακερματισμένου του εαυτού. Γρήγορα εξατμίζεται η ρομαντικοποίηση του πόνου και του πονεμένου, δίνοντας στη θέση του έναν αποκρουστικά σκληρό άνθρωπο. Η απώλεια της Κάθι παραλληλίζεται με την απώλεια της ίδιας του της ταυτότητας αντικαθιστώντας τη με μία νέα και ευτελή με πυξίδα τη μνησικακία.


Μέσα στη μέθη της εκδίκησης που έχει παραλύσει τον Χίθκλιφ, το περιβάλλον γύρω του δεν μένει ανεπηρέαστο. Από τη σύζυγό του, Ισαμπέλλα, έως και την απόγονο των Κάθριν και Έντγκαρ, την Κάθι, κανένας δεν ξεφεύγει από τα πλοκάμια των φθονερών του σχεδίων. Σε αυτό το σημείο, ο αναγνώστης σχεδόν αβίαστα αναρωτιέται πώς θα είχαν εξελιχθεί τα γεγονότα αν έλειπε αυτό το σκοτεινό και διαβρωτικό στοιχείο. Η υπόθεση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας διαφορετικής τροχιάς, απαλλαγμένης από την επιρροή του. Παράλληλα, στο προσκήνιο εμφανίζονται νέες μορφές με έντονα και ευδιάκριτα χαρακτηριστικά· ανάμεσά τους ο νεαρός και ακατέργαστος Έρτον, ο οποίος, παρά τη δυναμική της προσωπικότητάς του, βρίσκεται και εκείνος παγιδευμένος στον ίδιο ιστό εξελίξεων.


Αφήσαμε για το τέλος τη Νέλη, μια φιγούρα που δεν έτυχε της προσοχής που θα έπρεπε. Αυτόν τον χαρακτήρα πανταχού παρόντα στις εξελίξεις της υπόθεσης, την αφηγήτρια της ιστορίας και, αν μη τι άλλο, τη φωνή της λογικής. Παρόλο που φαίνεται να είναι μία σκιά που ακολουθεί τα γεγονότα ως παθητική παρατηρήτρια, στην πραγματικότητα ο ρόλος της είναι πολύ πιο καταλυτικός. Η Brontë έχει πετύχει κάτι αξιοσημείωτο· η Νέλη αφήνει τα πράγματα να πάρουν τη δική τους τροπή, χωρίς να επεμβαίνει παρά μόνο όταν κρίνεται απαραίτητο.


Οι χαρακτήρες του παρουσιάζονται πλημμυρισμένοι από συναίσθημα και λειτουργούν παρορμητικά, σε βαθμό που η κατάσταση εκτροχιάζεται εύκολα. Ακριβώς εκεί αναλαμβάνει δράση η Νέλη, διατηρώντας μια στοιχειώδη ισορροπία, ακόμη κι αν συχνά παραβλέπεται. Άλλωστε, όσο κι αν θυμώνει η Κάθριν μαζί της, όσο κι αν την απειλεί ο Χίθκλιφ, όσο κι αν αγνοεί τις συμβουλές της ο Έντγκαρ, κανείς δεν την απομακρύνει πλήρως.


Καταληκτικά, συμμερίζομαι την άποψη πως το έργο της Emily Brontë αποτελεί ένα πλούσιο σε νόημα κείμενο, ακόμη και ριζοσπαστικό, στηλιτεύοντας έμμεσα στη ρομαντικοποίηση ενός τραγικού και εμμονικού εραστή καθώς επίσης αναδεικνύει την αγάπη ως μέσο καταστροφής.


Σχόλια


bottom of page