top of page

CineWars Oscar Edition: Καλύπτεται η απώλεια με τη φύση;

CineWars Oscar Edition: Mια νέα σειρά κριτικών με αφορμή τις φετινές υποψηφιότητες για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Δύο συντάκτες, δύο διαφορετικές οπτικές, δέκα ταινίες. Για καθεμία από τις υποψήφιες θα δημοσιεύονται δύο ξεχωριστές κριτικές, επιχειρώντας όχι να καταλήξουμε σε μια «σωστή» ανάγνωση, αλλά να αναδείξουμε τον διάλογο που μπορεί να γεννήσει το ίδιο έργο.


Αρχή γίνεται με το Train Dreams, εγκαινιάζοντας έναν κύκλο κειμένων που θα κινηθεί ανάμεσα στην ανάλυση, την προσωπική πρόσληψη και τη συνολική αποτίμηση της οσκαρικής δεκάδας. Στόχος μας είναι να παρακολουθήσουμε αυτή τη διαδρομή βήμα βήμα, φωτίζοντας κάθε ταινία μέσα από δύο παράλληλες αναγνώσεις.


Το Train Dreams, σε σκηνοθεσία του Clint Bentley, αποτελεί μεταφορά της ομώνυμης νουβέλας του Denis Johnson και τοποθετείται στις αρχές του 20ού αιώνα, στη βορειοδυτική Αμερική. Η ιστορία ακολουθεί τον Ρόμπερτ Γκρέινιερ, έναν εργάτη που συμμετέχει στην κατασκευή των σιδηροδρομικών γραμμών και εργάζεται ως υλοτόμος σε μια περίοδο έντονου εκσυγχρονισμού. Το σενάριο παρακολουθεί τη ζωή του σε βάθος χρόνου: τον γάμο του με τη Γκλάντις, τη γέννηση της κόρης τους και τα γεγονότα που σηματοδοτούν καθοριστικές αλλαγές στην προσωπική του πορεία. Παράλληλα, η αφήγηση τοποθετεί τον ήρωα μέσα σε ένα ιστορικό πλαίσιο όπου η βιομηχανική ανάπτυξη μεταμορφώνει το τοπίο και τις ανθρώπινες σχέσεις.


Η δομή της ταινίας είναι γραμμική, με χρονικά άλματα που καλύπτουν διαφορετικές φάσεις της ζωής του πρωταγωνιστή. Η αφήγηση αξιοποιεί voice-over για να αποδώσει εσωτερικές σκέψεις και να γεφυρώσει τα χρονικά κενά. Ο ρυθμός είναι αργός και παρατηρητικός, δίνοντας έμφαση στην καθημερινότητα και στις μεταβάσεις του χρόνου. Η κινηματογράφηση εστιάζει στα φυσικά τοπία, στους σιδηροδρόμους και στα δάση όπου εργάζεται ο Ρόμπερτ, αναδεικνύοντας τη σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον και την τεχνολογική πρόοδο. Ο ήχος και η μουσική επένδυση συνοδεύουν τη δράση, ενώ η ερμηνεία του κεντρικού ρόλου αποτυπώνει έναν χαρακτήρα εσωστρεφή, με περιορισμένη εξωτερική έκφραση.



Τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος; (Βαγγέλης)


Το Train Dreams, η δεύτερη ταινία του Κλίντ Μπέντλεϊ, βασισμένη στην ομώνυμη νουβέλα του Ντένις Τζόνσον, είναι ένα φιλμ που δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει, επιδιώκει να μείνει. Και το καταφέρνει. Αφηγείται τη ζωή του Ρόμπερτ, ενός υλοτόμου που εργάζεται στη δημιουργία των σιδηροδρομικών γραμμών, σε μια Αμερική που αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Μέσα από τα μάτια του, βλέπουμε έναν κόσμο που εκσυγχρονίζεται, ενώ ο ίδιος παραμένει βαθιά ανθρώπινος, σχεδόν αθόρυβος μέσα στη μετάβαση.


Ο Ρόμπερτ δεν είναι ήρωας με τη χολιγουντιανή έννοια. Ο Ρόμπερτ είναι ένας απλός άνθρωπος, ένας άνθρωπος που εάν περνούσες από δίπλα του κάπου στο δρόμο, μπορεί να σου περνούσε απαρατήρητος. Και ίσως εκεί να κρύβεται η δύναμη της ταινίας: στη σιωπηλή της επιμονή να μας κάνει να προσέξουμε εκείνους που συνήθως αγνοούμε. Μέσα στον Ρόμπερτ αναγνωρίζουμε κάτι οικείο. Δεν είναι ένας κλασικός ήρωας που κάνει τα πάντα για να καταλήξει χαρούμενος, όπως γίνεται σε κάθε ταινία. Είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να αποδεχτεί μια πραγματικότητα που τον τρομάζει. Όπως και εμείς, προσπαθεί να βρει τη θέση του μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει χωρίς να τον ρωτήσει.


Η ταινία σε μερικούς μπορεί να φανεί βαρετή, στην ησυχία της, όμως, κρύβονται και οι πιο δυνατές της στιγμές, βαθιά αληθινές και σπαρακτικές. Ο ήχος της Γκλάντις να επαναλαμβάνει το όνομα του Ρόμπερτ, για παράδειγμα, ή το γέλιο της κόρης του που αντηχεί σαν ανάμνηση, σαν κάτι που δεν μπορεί να κρατηθεί για πάντα. Οι στιγμές αυτές είναι αυτό που τελικά κρατάει ο Ρόμπερτ όσο περπατάει μοναχικός στο δρόμο προς το τέλος.


Το Train Dreams είναι μια υπενθύμιση ότι αυτό που δίνει νόημα στη ζωή δεν είναι τα μεγάλα επιτεύγματα, αλλά οι μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες στιγμές που κάνουν τους ανθρώπους αυτό που είναι. Είναι από εκείνες τις ταινίες που αφήνουν πίσω τους ένα κενό, όχι γιατί δεν ολοκληρώνονται, αλλά γιατί σε κάνουν να αναλογιστείς τη δική σου ζωή. Και είναι κρίμα που μια τέτοια ταινία δε προβλήθηκε σε κινηματογράφο, αλλά είχε μια περιορισμένη κυκλοφορία μέσω του Netflix.


Η υπερεξήγηση της φύσης. (Μάγδα)


Το Train Dreams επενδύει ξεκάθαρα στη δύναμη της εικόνας και στο αμερικανικό φυσικό τοπίο ως φορέα μνήμης, μοναξιάς και υπαρξιακής αναζήτησης. Τα πλάνα της φύσης είναι αναμφίβολα καλαίσθητα, σχεδόν καρτποσταλικά, και λειτουργούν αρχικά υπέρ της ατμόσφαιρας που επιχειρεί να οικοδομήσει η ταινία. Ωστόσο, ανάμεσα σε αυτά τα όμορφα πλάνα και τις διαδρομές μέσα στο τοπίο, η επαναλαμβανόμενη αφήγηση καταλήγει να λειτουργεί αποσπασματικά, πετώντας τον θεατή εκτός πλαισίου αντί να τον βυθίζει βαθύτερα στην εσωτερική κατάσταση του πρωταγωνιστή. 

Σε μια ταινία που στηρίζεται τόσο έντονα στο cinematography, θα περίμενε κανείς η εικόνα να επωμίζεται το βάρος της συναισθηματικής εξέλιξης και της δραματουργίας. Αντί αυτού, η ταινία φαίνεται να μην εμπιστεύεται πλήρως τα οπτικά της μέσα, επιλέγοντας να εξηγεί αντί να υπονοεί. Η θεωρητικά Α΄ πράξη κυλά ομαλά, θέτοντας μια γερή συναισθηματική βάση και προσφέροντας στιγμές έντονης συγκίνησης. Αυτή η δυναμική, όμως, σταδιακά εξασθενεί καθώς η πλοκή εξελίσσεται, με αποτέλεσμα η ταινία να χάνει το αρχικό της βάρος και να εγκλωβίζεται σε μια επαναληπτικότητα χωρίς ουσιαστική κλιμάκωση.

Ιδιαίτερα προβληματική αποδεικνύεται η μουσική υπόκρουση, η οποία μοιάζει να υπερκαλύπτει την ίδια τη φύση που απεικονίζεται στο κάδρο. Σε αρκετές σκηνές, η μουσική λειτουργεί σχεδόν παρεμβατικά, αφαιρώντας χώρο από τους φυσικούς ήχους του τοπίου, ήχους που θα μπορούσαν να προσδώσουν μεγαλύτερη αυθεντικότητα και συναισθηματική γείωση στην εμπειρία.

Παρά τις αφηγηματικές αδυναμίες, οι τελικές σκηνές καταφέρνουν να λειτουργήσουν πιο αποτελεσματικά. Η ερμηνεία του πρωταγωνιστή είναι αβίαστη και φυσική, και σε αυτές τις στιγμές η ταινία αφήνει επιτέλους χώρο στο συναίσθημα να αναδυθεί χωρίς επεξηγήσεις. Εκεί, το Train Dreams αγγίζει κάτι πιο ειλικρινές και ανθρώπινο, υπενθυμίζοντας τι θα μπορούσε να είχε πετύχει αν εμπιστευόταν περισσότερο την απλότητα.


Δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει την αίσθηση ότι το «χεράκι» του Netflix είναι παρόν ακόμη και σε αυτή την art house wannabe προσέγγιση. Η εμμονή στο να εξηγηθεί το απεικονιζόμενο και το αυτονόητο αποδυναμώνει τη δύναμη της εικόνας και φέρνει την ταινία πιο κοντά σε μια ασφαλή, εξημερωμένη εκδοχή του είδους. Αναπόφευκτα, η σύγκριση με το Nomadland προκύπτει· ίσως εκεί το συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος έφτασε στο απόγειό του. Το Train Dreams μοιάζει περισσότερο με μια επαναπροσπάθεια που αδυνατεί να προσφέρει κάτι ουσιαστικά νέο ή να δημιουργήσει την ίδια συναισθηματική σύνδεση, αφήνοντας μια αίσθηση οικειότητας χωρίς πραγματικό βάθος.

 

 

Σχόλια


bottom of page