top of page

CineWars Oscar Edition: "Sinners"

Mια νέα σειρά κριτικών με αφορμή τις φετινές υποψηφιότητες για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Δύο συντάκτες, δύο διαφορετικές οπτικές, δέκα ταινίες. Για καθεμία από τις υποψήφιες θα δημοσιεύονται δύο ξεχωριστές κριτικές, επιχειρώντας όχι να καταλήξουμε σε μια «σωστή» ανάγνωση, αλλά να αναδείξουμε τον διάλογο που μπορεί να γεννήσει το ίδιο έργο.

Συνέχεια έχει το Sinners, για το οποίο καταθέτουμε τη δική μας ανάλυση, προσωπική πρόσληψη και τη συνολική αποτίμηση της οσκαρικής δεκάδας. Στόχος μας είναι να παρακολουθήσουμε αυτή τη διαδρομή βήμα βήμα, φωτίζοντας κάθε ταινία μέσα από δύο παράλληλες αναγνώσεις.



Ναι, το Sinners αξίζει τις 16 υποψηφιότητές της του Βαγγέλη Κοντογούρη


Θα μπορούσα να εκπονήσω διατριβή πάνω στη πολιτιστική σημασία και κληρονομιά που έχουν αφήσει οι άνθρωποι αφρικανικής καταγωγής. Από την μουσική στον κινηματογράφο και από τον χορό στην μόδα, έχουν αλλάξει τους όρους του «παιχνιδιού» και έχουν θέσει τα δικά τους trends ανά τα χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, παρά την επιρροή στην παγκόσμια αγορά πλήθους βιομηχανιών, η αναγνωσιμότητά τους παραμένει σε χαμηλά επίπεδα.

Αυτός είναι και ο λόγος που χαίρομαι τόσο που βλέπω μια ταινία σαν το “Sinners” να λαμβάνει τον έπαινο που της αξίζει. Ο Ryan Coogler, με συνεργό του για μια ακόμη φορά τον τρομερό Michael B. Jordan, μας πάει πίσω στον Μισσισσιππή του 1932. Οι δίδυμοι απατεώνες που αναπαριστώνται από τον MBJ,  Elijah "Smoke" και Elias "Stack" Moore, επιστρέφουν στην πόλη τους ύστερα από 7 χρόνια απουσίας στο Σικάγο με όνειρο να ανοίξουν ένα Τζουκ Τζόιντ για την τοπική κοινότητα αφρικανών. Τα πλάνα τους μοιάζουν να πραγματοποιούνται, τα εγκαίνια πραγματοποιούνται επιτυχώς. Τα οικονομικά προβλήματα, όμως, δεν αργούν να εμφανιστούν και η κατάσταση ξεκινά να παίρνει τη κάτω βόλτα. Κάπου εκεί τα πράγματα αρχίζουν να εξελίσσονται με ρυθμούς γρήγορους, σε ένα τοπίο σκοτεινό γεμάτο χάος, μουσική και φόβο, σκηνοθετημένο αριστουργηματικά από τον Coogler.

Το “Sinners” δεν αποτελεί απλώς μια κινηματογραφική εμπειρία, αλλά κάτι μεγαλύτερο. Περιέχει κάθε χαρακτηριστικό της άφρο-κουλτούρας, από την τελετουργία πνευματικών πρακτικών ονόματι hoodoo μέχρι την συλλογικότητα γύρω από την μπλουζ και τον χορό. Το ταξίδι στον χρόνο που παρακολουθούμε όσο τραγουδάει ο μικρός Sammie είναι, αναπόφευκτα, μια από τις καλύτερες σκηνές της περυσινής χρονιάς, όχι μόνο γιατί αποτελεί τεχνικά μια άρτια σκηνή, αλλά γιατί καταφέρνει να συνδυάσει την μπλουζ τόσο με τους προγόνους, όσο και με τους απογόνους της.

Το πιο τρομακτικό στο “Sinners” δεν είναι  το γεγονός ότι αποτελεί μια ταινία τρόμου, αλλά το γεγονός ότι μέχρι και τα βαμπίρ μοιάζουν λιγότερο τρομακτικά μπροστά στον βαθιά ριζωμένο ρατσισμό κατά των έγχρωμων από όλους τους υπεράνω υποψίας λευκών. Ο Coogler δεν παρακολουθεί απλώς τους χαρακτήρες του, περισσότερο μοιάζει να παίζει σκάκι μαζί τους τοποθετώντας τους στρατηγικά σε ένα παιχνίδι χωρίς να φοβάται να σκοτώσει κάποιον στον βωμό μιας πολυεπίπεδης ιστορίας.



Afro Irish Twillight της Μάγδας Καραβασιλείου


Το Sinners είναι από εκείνες τις ταινίες που δύσκολα μπορείς να χαρακτηρίσεις αποτυχημένες. Αντίθετα, σε πολλά επίπεδα μοιάζει με μια παραγωγή εξαιρετικά προσεγμένη, με έντονη σκηνοθετική ταυτότητα και πολύ δυνατές ερμηνείες. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση: ενώ μπορώ να αναγνωρίσω την ποιότητα της εκτέλεσης σχεδόν σε κάθε τομέα, η συνολική εμπειρία δεν με άγγιξε όσο θα περίμενα.

Το καστ της ταινίας λειτουργεί εξαιρετικά και αυτό είναι ένα σταθερό θετικό σημείο αναφοράς καθ’ όλη της τη διάρκεια. Ο Michael B. Jordan δίνει μια ιδιαίτερα δυνατή ερμηνεία και δεν με εκπλήσσει καθόλου που το όνομά του συζητιέται για την νίκη του Α’ Ανδρικού Ρόλου. Η παρουσία του είναι σταθερή, γεμάτη ένταση και κατορθώνει να κρατήσει τον θεατή συναισθηματικά συνδεδεμένο με την ιστορία. Παρ’ όλα αυτά, εκείνος που προσωπικά με εντυπωσίασε ιδιαίτερα ήταν ο Jack O'Connell. Υπάρχει κάτι ιδιαίτερα μαγνητικό στον τρόπο που προσεγγίζει τους ρόλους του και παρατηρώντας τον ξανά εδώ συνειδητοποιώ ότι έχω αναπτύξει έναν ιδιαίτερο θαυμασμό προς πολλούς εξαιρετικούς ηθοποιούς ιρλανδικής καταγωγής, που εμφανίζονται όλο και συχνότερα σε δυνατές κινηματογραφικές παραγωγές.

Η ταινία είναι, χωρίς αμφιβολία, διασκεδαστική. Σε αρκετές στιγμές μάλιστα προσφέρει σκηνές που μπορούν άνετα να θεωρηθούν από τις εντυπωσιακότερες του 2025. Υπάρχει μία συγκεκριμένη σκηνή που συνδυάζει χορό και εναλλαγές μουσικών ειδών με έναν τρόπο σχεδόν καθηλωτικό. Η σκηνή αυτή λειτουργεί σαν ένα μικρό ταξίδι μέσα στις άφρο επιρροές της μουσικής κουλτούρας και όχι μόνο, αναδεικνύοντας το πώς διαφορετικοί δυτικοί πολιτισμοί έχουν δεχτεί επιρροές από τη συγκεκριμένη πολιτισμική ταυτότητα. Είναι μια στιγμή που ξεχωρίζει όχι μόνο σκηνοθετικά αλλά και συναισθηματικά, και πιθανότατα θα παραμείνει στο μυαλό πολλών θεατών.

Η εικόνα της ταινίας είναι επίσης ιδιαίτερα προσεγμένη. Η φωτογραφία δημιουργεί ένα αισθητικό περιβάλλον που διατηρεί σταθερά επίπεδα έντασης και άγχους καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας. Δεν επιδιώκει απαραίτητα να εντυπωσιάσει με επιδεικτικό τρόπο, αλλά λειτουργεί αποτελεσματικά μέσα στο ύφος της ταινίας χτίζοντας μια ατμόσφαιρα που κρατά τον θεατή σε συνεχή εγρήγορση.



Κάπου εδώ, όμως, εμφανίζεται και το στοιχείο που προσωπικά με κράτησε σε μια απόσταση από την ταινία: το σενάριο. Τα θεματικά στοιχεία που συνδυάζουν  θρησκεία, βαμπίρ, δίδυμους χαρακτήρες δημιουργούν ένα ιδιαίτερο σύμπαν. Ωστόσο, παρότι τα παραπάνω είναι δομημένα σωστά και δεν υπάρχει εμφανές πρόβλημα στη σκηνοθεσία ή στην αφήγηση, δεν με άγγιξαν συναισθηματικά. Η ταινία, τελικά, μου έδωσε περισσότερο την αίσθηση μιας elevated ταινίας δράσης με βαμπίρ, παρά μιας ιστορίας που θα με παρασύρει ουσιαστικά σε έναν βαθύτερο δραματικό πυρήνα. Σε πολλούς τομείς πλησιάζει μια σχεδόν τέλεια εκτέλεση. Και ίσως γι’ αυτό η αδιαφορία που τελικά μου άφησε να είναι ακόμη πιο παράξενη. Όταν μια ταινία λειτουργεί τόσο σωστά τεχνικά αλλά δεν καταφέρνει να σε αγγίξει βαθύτερα, η εμπειρία γίνεται σχεδόν αντιφατική.

Το Sinners, λοιπόν, είναι μια ταινία που μπορώ εύκολα να θαυμάσω για τις ερμηνείες, τις επιμέρους σκηνές και την αισθητική της προσέγγιση. Ωστόσο, παρά τις στιγμές έντονης κινηματογραφικής δύναμης που προσφέρει, η συνολική της επίδραση σε εμένα παρέμεινε περισσότερο σε επίπεδο παρατήρησης παρά ουσιαστικής συναισθηματικής εμπλοκής. Και αυτό, ίσως, είναι τελικά το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της.

Σχόλια


bottom of page