top of page

CineWars Oscar Edition: "Sentimental Value"

Mια νέα σειρά κριτικών με αφορμή τις φετινές υποψηφιότητες για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Δύο συντάκτες, δύο διαφορετικές οπτικές, δέκα ταινίες. Για καθεμία από τις υποψήφιες θα δημοσιεύονται δύο ξεχωριστές κριτικές, επιχειρώντας όχι να καταλήξουμε σε μια «σωστή» ανάγνωση, αλλά να αναδείξουμε τον διάλογο που μπορεί να γεννήσει το ίδιο έργο.


Κλείνουμε με το «Sentimental Value», για το οποίο καταθέτουμε τη δική μας ανάλυση, προσωπική πρόσληψη και τη συνολική αποτίμηση της οσκαρικής δεκάδας. Στόχος μας είναι να παρακολουθήσουμε αυτή τη διαδρομή βήμα βήμα, φωτίζοντας κάθε ταινία μέσα από δύο παράλληλες αναγνώσεις.



Συναισθηματική Αρχιτεκτονική

του Βαγγέλη Κοντογούρη


Πάει πολύς καιρός από την κυκλοφορία του “Sentimental Value”, εγώ το είδα, όμως, μόλις εχθές. Η νέα ταινία του Χοακίμ Τρίερ πραγματεύεται την αμήχανη κατάσταση μιας οικογένειας που επανενώνεται μετά από χρόνια και βλέπει τον οικογενειακό πυρήνα μέσα από τα μάτια τόσο του άφαντου πατέρα, αλλά και των απογοητευμένων κορών του.


Η εναρκτήρια σκηνή του Τριερικού αφηγήματος, αποτελεί αδιαμφισβήτητα μια από τις δυνατότερες σκηνές της περασμένης χρονιάς. Η παρομοίωση του σπιτιού με έναν ζωντανό οργανισμό, προσδίδει, ήδη από τις πρώτες στιγμές του δράματος, εξαιρετικό χαρακτήρα και μοναδικότητα στο φιλμ. Το πως «γουργούριζε» η κοιλία του σπιτιού όταν οι μικρές Νόρα και Άγκνες τρέχουν στις σκάλες του ή η απορία σχετικά με το αν το σπίτι μπορεί να νιώσει κάτι, σα να μιλάει για κάποιον άνθρωπο με συναισθήματα και σκέψεις, αποτελούν μερικές ερωτήσεις που κανείς δεν θα μπορούσε να σκεφτεί για το σπίτι του.


Μπορεί ο θάνατος της μητέρας να είναι ο λόγος που ο Γκούσταβ Μποργκ θα προσπαθήσει να συσφίξει τις σχέσεις του με τις κόρες του, το σπίτι, όμως, αν και άψυχο στη θεωρία μοιάζει να παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η μαγνητική του ενέργεια θα φέρει πίσω τα σπασμένα κομμάτια της οικογένειας, αλλά από εκείνο το σημείο και μετά είναι πάνω στον Γκουστάβ, στη Νόρα και στην Άγκνες το αν θα υποκύψουν στην συναισθηματική αξία της οικογενειακής στοργής ή αν θα πορευτούν ο καθένας τους ξεχωριστά. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Νορβηγός σκηνοθέτης πραγματεύεται έναν οικογενειακό κλοιό (βλέπε “Louder Than Bombs", εδώ, όμως, προσεγγίζει τα πράγματα με έναν τελείως διαφορετικό – και για να είμαστε ειλικρινείς - πολύ πιο ενδιαφέρον τρόπο.

Η Νόρα φαίνεται ιδιαίτερος χαρακτήρας και μάλλον μοναχική, εσωστρεφής, με δυσοίωνες σκέψεις να πετάγονται σαν ερωτηματικά στο μυαλό της. Η κατάστασή της δεν θα καλυτερεύσει με την άφιξη του Γκουστάβ, αντιθέτως θα προσπαθήσει να τον αποφύγει όσο περισσότερο μπορεί προκειμένου να μην έρθει αντιμέτωπη με το τραύμα που της άφησε η απώλειά του. Αυτός είναι και ο λόγος που, όταν ο σκηνοθέτης πατέρας της, έτοιμος για την τελευταία του, απ’ ότι φαίνεται, ταινία της προσφέρει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, αυτή θα αρνηθεί κατηγορηματικά και χωρίς καμία αμφιβολία.


Ο Μποργκ ισχυρίζεται πως μόνο εκείνη μπορεί να παίξει αυτόν τον ρόλο, μια απρόσμενη συνάντηση, όμως, μετά τον καυγά με την κόρη του, θα του αλλάξει την γνώμη και σύντομα θα βρει νέα πρωταγωνίστρια, την γλυκιά και τρυφερή Ρείτσελ, η οποία θα συμφωνήσει να συμμετάσχει στην ταινία, σύντομα, όμως, θα καταλάβει πως ο ρόλος δεν είναι απλός. Θα αλλάξει τα μαλλιά της, θα αποκτήσει σκανδιναβική προφορά, αλλά εν τέλει θα συνειδητοποιήσει ότι δεν θα μπορέσει ποτέ να αποτυπώσει την ψυχοσύνθεση της Νόρα και έτσι θα αποσυρθεί ομαλά από την ταινία.

Ο ρόλος της Έλ Φάννινγκ στο “Sentimental Value” μπορεί να φανεί αχρείαστος, εάν δει κανείς την ταινία επιφανειακά. Με μια βαθύτερη ανάλυση, όμως, διακρίνει κανείς την χρήση της ως μιας αντικαταστάτριας της Νόρα. Η σχέση που αναπτύσσει ο Μποργκ μαζί της μοιάζει με φαντασίωση για την σχέση του με τη Νόρα που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.


Η Ρενάτ Ρείνσβε αποτυπώνει εξαιρετικά την θλίψη που βιώνει ο χαρακτήρας της, δημιουργώντας μια μελοδραματική φιγούρα που, όσο και να προσπαθεί, δεν καταφέρνει να ξεφύγει από τα προβλήματά της, ενώ ο Στέλαν Σάσγκαρτ κάνει εξαιρετική δουλειά ερμηνεύοντας τον εγωιστή σκηνοθέτη που, μετά από χρόνια απουσίας, θα απαιτήσει μια νορμάλ σχέση με την υπολειπόμενη οικογένειά του.

Μια μοντέρνα τραγωδία για την οικογενειακή στοργή, ή μάλλον την έλλειψη αυτής και οι καταστροφικές επιπτώσεις που μπορεί μια τέτοια κατάσταση να έχει σε έναν άνθρωπο.

 

Ζω στο σύμπαν των Trier 

της Μάγδας Καραβασιλείου


Για κάποιο λόγο οι Trier φαίνεται να κυριεύουν τη ζωή μου. Από τη μία ο Joachim Trier και από την άλλη ο Lars von Trier, δύο σκηνοθέτες με εντελώς διαφορετικά κινηματογραφικά σύμπαντα, που όμως με έναν παράξενο τρόπο επιστρέφουν συνεχώς στη ζωή μου ως θεατή. Ίσως γιατί ο σύγχρονος σκανδιναβικός κινηματογράφος είναι, διαχρονικά, το απόλυτο γούστο μου. Πολλές από τις αγαπημένες μου ταινίες προέρχονται από αυτόν τον χώρο, και ο Joachim Trier βρίσκεται ήδη πίσω από μερικές από αυτές.


Γι’ αυτό και μπήκα στο Sentimental Value με μια κάποια προκατάληψη. Πρωταγωνιστεί, άλλωστε, και η Renate Reinsve, μία από τις αγαπημένες μου ηθοποιούς, η οποία έχει ήδη συνδεθεί με μια από τις αγαπημένες μου ταινίες. Με λίγα λόγια, ήμουν σχεδόν βέβαιη ότι αυτό που θα δω θα μου αρέσει. Στην πράξη όμως η ταινία όχι μόνο δεν επιβεβαίωσε απλώς τις προσδοκίες μου αλλά τις ξεπέρασε. Η εμπειρία της ταινίας ήταν σχεδόν συναισθηματικά συντριπτική. Η συγκίνηση που ένιωθα σε όλη τη διάρκειά της δεν συγκρίνεται με καμία άλλη από τις υποψήφιες ταινίες της χρονιάς. Αν έπρεπε προσωπικά να ξεχωρίσω μία ως την πιο άξια για το Best Picture, θα ήταν αυτή.


Υπάρχει όμως ένα παράδοξο με τις ταινίες που αγαπώ περισσότερο: είναι συχνά οι ταινίες για τις οποίες έχω τα λιγότερα να πω. Όχι γιατί δεν έχουν πολλά να αναλυθούν, αλλά γιατί η αξία τους δεν βρίσκεται μόνο στο πώς κατασκευάστηκαν τεχνικά, αλλά στο πώς σε κάνουν να νιώσεις. Παρ’ όλα αυτά, επειδή αυτό ακριβώς προσπαθώ να κάνω σε κάθε κριτική, θα επιχειρήσω να σταθώ και στα επιμέρους στοιχεία της.


Η μουσική είναι διακριτική και λειτουργεί υποστηρικτικά. Δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο που να ξεχωρίζει έντονα, ούτε όμως και κάτι που να αποσπά την προσοχή ή να ενοχλεί. Αντίθετα, η εικόνα είναι πραγματικά εντυπωσιακή. Είναι κάτι που έχω παρατηρήσει και σε άλλες ταινίες του Trier: τα πλάνα έχουν μια μαγνητική ποιότητα. Υπάρχει κάτι στη σύνθεση και στην ατμόσφαιρα που πρακτικά δεν σου επιτρέπει να πάρεις το βλέμμα σου από την οθόνη. Ακόμη κι αν δεν βρίσκεσαι σε κινηματογραφική αίθουσα, νιώθεις ότι η εικόνα σε «ρουφά» μέσα στον κόσμο της ταινίας.

Στην ηθοποιία, η ταινία στηρίζεται σε δύο εξαιρετικές παρουσίες. Ο Stellan Skarsgård επιβεβαιώνει για ακόμη μία φορά γιατί θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της γενιάς του. Η ερμηνεία του είναι γεμάτη αντιφάσεις: απόμακρη αλλά ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινη. Δίπλα του, η Renate Reinsve αποδεικνύει ξανά πόσο φυσικά μπορεί να κινηθεί σε δραματικούς ρόλους με έντονο συναισθηματικό υπόβαθρο.


Οι χαρακτήρες είναι γραμμένοι με έναν τρόπο που μοιάζει απόλυτα ρεαλιστικός. Είναι εύκολο να πιστέψεις ότι αυτοί οι άνθρωποι υπάρχουν πραγματικά- ότι είναι ακριβώς έτσι οι άνθρωποι που ζουν μέσα στον κόσμο του κινηματογράφου και του θεάτρου. Και εδώ η ταινία αγγίζει ένα σημείο που μου θύμισε έντονα και το Hamnet: την ιδέα ότι η τέχνη λειτουργεί ως ένας τρόπος να φέρει κανείς στην επιφάνεια βαθιά συναισθήματα ή ακόμη και ως ένας μηχανισμός διαχείρισης του τραύματος.

Στην περίπτωση του πατέρα της ιστορίας, η τέχνη γίνεται ακριβώς αυτό. Ένας τρόπος να επεξεργαστεί συναισθήματα που ίσως δεν μπορεί να εκφράσει διαφορετικά. Η σχέση του με τις κόρες του είναι δύσκολη, γεμάτη σιωπές και αποστάσεις, και δεν είναι πάντα σαφές αν κατανοεί πλήρως τις συνέπειες της στάσης του ή αν απλώς επιλέγει να τις αποφεύγει. Παράλληλα όμως, η σχέση ανάμεσα στις δύο αδελφές είναι ίσως το πιο συγκινητικό στοιχείο της ταινίας. Η απουσία των γονέων φαίνεται να τις έφερε ακόμη πιο κοντά, δημιουργώντας έναν δεσμό βαθύ και ουσιαστικό.

Ιδιαίτερο βάρος αποκτά και το ίδιο το σπίτι της οικογένειας. Η ταινία το αντιμετωπίζει σχεδόν σαν έναν ζωντανό οργανισμό. Κάθε φορά που οι χαρακτήρες βρίσκονται μέσα σε αυτό, το παρελθόν γίνεται σχεδόν απτό. Οι μνήμες και τα συναισθήματα μοιάζουν να υπάρχουν μέσα στους τοίχους του χώρου. Δεν είναι τυχαίο ότι ο πατέρας θέλει να γυρίσει εκεί την ταινία του: το σπίτι γίνεται το φυσικό σκηνικό όπου το παρελθόν και το παρόν συναντιούνται.


Σε αντίθεση με άλλες κριτικές όπου μπορώ να απαριθμήσω κάθε σημείο που δεν λειτούργησε, εδώ συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Όταν μια ταινία σε καλύπτει πλήρως, είναι σχεδόν δύσκολο να την αναλύσεις. Τα λόγια μοιάζουν περιττά. Το Sentimental Value δεν είναι απλώς μια ταινία που παρακολουθείς. Είναι μια εμπειρία που βιώνεις. Δεν πρόκειται για μια ταινία που θα δεις για απλή διασκέδαση. Είναι μια ταινία που ζεις μέσα στην αίθουσα του κινηματογράφου. Και νομίζω πως πολλοί από εμάς φύγαμε από την προβολή με το ίδιο συναίσθημα: ένα περίεργο, έντονο βάρος στο στήθος.

Σχόλια


bottom of page