top of page

CineWars Oscar Edition: "Marty Supreme"

CineWars Oscar Edition: Mια νέα σειρά κριτικών με αφορμή τις φετινές υποψηφιότητες για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Δύο συντάκτες, δύο διαφορετικές οπτικές, δέκα ταινίες. Για καθεμία από τις υποψήφιες θα δημοσιεύονται δύο ξεχωριστές κριτικές, επιχειρώντας όχι να καταλήξουμε σε μια «σωστή» ανάγνωση, αλλά να αναδείξουμε τον διάλογο που μπορεί να γεννήσει το ίδιο έργο.


Συνέχεια έχει το Marty Supreme, για το οποίο καταθέτουμε τη δική μας ανάλυση, προσωπική πρόσληψη και τη συνολική αποτίμηση της οσκαρικής δεκάδας. Στόχος μας είναι να παρακολουθήσουμε αυτή τη διαδρομή βήμα βήμα, φωτίζοντας κάθε ταινία μέσα από δύο παράλληλες αναγνώσεις.



Μάρτυ, ο κατώτατος (;)

του Βαγγέλη Κοντογούρη

 

Ποτέ δεν είχα κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το πινγκ πονγκ. Ποτέ δεν είχα και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Τίμοθι Σαλαμέ. Πώς, όμως, η αλχημεία δύο τόσο αδιάφορων, για εμένα, πραγμάτων οδήγησε σε μια από τις καλύτερες ταινίες του 2025;

 

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο Μάρτυ Μάουζερ δουλεύει στο κατάστημα υποδημάτων του θείου του και είναι καλός σε αυτό που κάνει, τόσο καλός μάλιστα που παίρνει προαγωγή. Βλέπεις, όμως, για τον Μάρτυ το να δουλεύεις σε ένα παπουτσάδικο είναι το ίδιο με το να δουλεύεις σε μια χωματερή. Ο ίδιος έχει διαφορετικές φιλοδοξίες για τον εαυτό του. Αυτό που τον ξυπνάει κάθε μέρα και του δίνει κίνητρο είναι το Βρετανικό πρωτάθλημα Open, το οποίο και ονειρεύεται να κερδίσει. Έτσι, όταν ο θείος του αρνείται να του δώσει τα 700 δολάρια που του χρωστούσε, «ληστεύει» το κατάστημα και τα παίρνει με το έτσι θέλω. Κάπου εδώ αρχίζει να χρωματίζεται και μια προσωπικότητα ασταθής, χωρίς όρια και ηθικούς φραγμούς, κινούμενη χωρίς σκέψη και εμπόδια.

 

Ο Μάρτυ θα ταξιδέψει ολόκληρη τη γη, από Λονδίνο σε Ιαπωνία, θα συναντήσει σημαντικά και ασήμαντα άτομα τα οποία θα εκμεταλλευτεί στο έπακρο, θα πτοηθεί, θα χάσει και όλα αυτά στον βωμό ενός ονείρου που γλιστράει από τα χέρια του κάθε φορά που αυτός κοντεύει να το πιάσει. 

 

Το “Marty Supreme” είναι ενδιαφέρον και αυτό γιατί δεν επικεντρώνεται σε έναν ηθικό άνθρωπο που συμπονά και κατανοεί. Εδώ δεν μιλάμε για έναν ήρωα, αλλά για έναν αντιήρωα χωρίς όρια, έναν χαρακτήρα που η υπερβολική φιλοδοξία και η μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του τον καταστρέφουν ολοένα και περισσότερο χωρίς να το παίρνει χαμπάρι. Ο Μάρτυ είναι σαν εκείνον τον τοξικό, αλαζόνα και χειριστικό πρώην τον οποίον δε θέλεις να ξαναδείς μπροστά σου (ισχύει και για τα δύο φίλα, μη παρεξηγηθώ από τον ανδρικό πληθυσμό).

 

Παρ’ όλο που δεν θέλω να το παραδεχτώ, ο Τίμοθι είναι αηδιαστικά καλός σε αυτόν του τον κινηματογραφικό του γολγοθά, επιβεβαιώνοντας τη δικαιότατη θέση του ανάμεσα στους κυρίους των φετινών Όσκαρ για το βραβείο του Α’ Αντρικού Ρόλου. Ευχάριστη έκπληξη αποτελεί και η παρουσία του Τάιλερ Οκόνμα (για τους φίλους μου της μουσικής, Τάιλερ Δε Κριέιτορ), του οποίου ο ρόλος είναι μικρός, η ενέργεια του, όμως, μεταφέρεται στις κινηματογραφικές αίθουσες μαγικά. Αξιοσημείωτες στη ταινία είναι και οι γυναίκες της παρέας, μια ανανεωμένη Γκουίνεθ Πάλτροου στο ρόλο μιας ηθοποιού που θα αλλάξει τη ζωή του νεαρού αθλητή, καθώς και της Οντέσα Α'ζιόν, παιδικής φίλης του Μάρτυ.

 

Το μότο της ταινίας μπορεί να είναι “Dream Big”, αλλά καλό θα ήταν να μη γίνουμε σαν τον Μάρτυ.



Uncut? Maybe. Gem? I don’t know

της Μάγδας Καραβασιλείου


Με το Marty Supreme, ο Josh Safdie επιστρέφει σε ένα κινηματογραφικό έδαφος που γνωρίζει πολύ καλά. Το αποτέλεσμα θυμίζει έντονα τον ρυθμό και την ένταση που έχουμε συνηθίσει από τη φιλμογραφία των Safdie: μια αφήγηση που κινείται διαρκώς σε υψηλή ένταση και δεν επιτρέπει στον θεατή να χαλαρώσει για πολύ. Η ταινία ακολουθεί μια δομή γνώριμη για όσους έχουν παρακολουθήσει το έργο τους. Κάθε φορά που η δράση φαίνεται να πέφτει, μια απροσδόκητη και συχνά χαοτική σκηνή εμφανίζεται για να επαναφέρει αμέσως τους παλμούς σε υψηλά επίπεδα. Αυτό το συνεχές «ανέβασμα» της έντασης είναι κάτι που πλέον λειτουργεί ως κινηματογραφική ταυτότητα των Safdie και κρατά τον θεατή σε μια διαρκή κατάσταση νευρικής εγρήγορσης.


Σε αυτό συμβάλλει φυσικά και η ερμηνευτική δύναμη του καστ. Ο Timothée Chalamet κουβαλά μεγάλο μέρος της ταινίας και παραδίδει μια από τις πιο έντονες και ενεργητικές ερμηνείες του. Δίπλα του, οι Gwyneth Paltrow, Tyler Okonma και Odessa A'zion συμπληρώνουν ένα καστ που λειτουργεί εξαιρετικά μέσα στο χαοτικό σύμπαν της ταινίας. Παρ’ όλα αυτά, είναι ο Chalamet που ξεχωρίζει περισσότερο, αποδεικνύοντας πόσο άνετα κινείται σε ρόλους που απαιτούν ένταση, ρυθμό και ψυχολογική πίεση. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της ταινίας είναι το πώς ο πρωταγωνιστής καταφέρνει να προκαλεί στον θεατή μια συνεχή αίσθηση νεύρων, πίεσης και αγανάκτησης. Αυτό από μόνο του δείχνει πόσο καλογραμμένος είναι ο χαρακτήρας. Το φινάλε της ταινίας ουσιαστικά καθορίζει και τον τρόπο με τον οποίο θα τον δει ο θεατής: θα τον δικαιολογήσει; θα τον λυπηθεί; θα πιστέψει ότι άλλαξε; Όποια κι αν είναι η συναισθηματική αντίδραση, η πραγματικότητα είναι μάλλον ξεκάθαρη. Δεν πρόκειται για μια ιστορία με character development. Ο χαρακτήρας δεν αλλάζει πραγματικά, έχει ήδη καταχραστεί ανθρώπους και καταστάσεις για το προσωπικό του όφελος και το πιθανότερο είναι ότι θα το κάνει ξανά.


Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι τόσο η φωτογραφία όσο και η μουσική της ταινίας λειτουργούν με έναν ιδιαίτερα διακριτικό τρόπο. Είναι σωστά επιλεγμένες, αλλά ποτέ δεν τραβούν την προσοχή πάνω τους. Αντίθετα, μοιάζουν σχεδιασμένες ώστε ο θεατής να μην εστιάζει σε αυτές, αλλά να παραμένει πλήρως συγκεντρωμένος στον ρυθμό της ιστορίας και κυρίως στους χαρακτήρες.

Δεν μπορώ όμως να αγνοήσω και κάτι άλλο: το promotion της ταινίας. Ο τρόπος με τον οποίο ο Chalamet προώθησε το Marty Supreme ήταν τόσο έντονος και πανταχού παρών που, σε κάποιο βαθμό, ένιωσα πως είχε ήδη δημιουργήσει έναν ενθουσιασμό πριν ακόμη δω την ταινία. Με άλλα λόγια, ίσως να ήμουν ήδη προδιατεθειμένη να τη δω θετικά.



Σε μια πιο ψύχραιμη αποτίμηση, πάντως, το σίγουρο είναι πως ο Chalamet είναι ένας ηθοποιός που ήδη θα μπορούσε να έχει κερδίσει βραβείο για τη συνολική του πορεία. Με τους ρόλους που έχει επιλέξει τα τελευταία χρόνια, έχει αποδείξει ότι ανήκει στους σημαντικότερους ηθοποιούς της γενιάς του. Δεν θα με εξέπληττε καθόλου αν έπαιρνε το βραβείο φέτος και προσωπικά θα το ευχόμουν. Παρόλα αυτά, όσο κι αν απόλαυσα την ταινία, το Marty Supreme δεν με κάλυψε αρκετά ώστε να το θεωρήσω την καλύτερη ταινία της χρονιάς. Και ίσως αυτό να οφείλεται στο ότι το μέτρο σύγκρισης είναι πολύ υψηλό: το Uncut Gems παραμένει ένα από τα πιο έντονα και ολοκληρωμένα έργα που έχουμε δει από το κινηματογραφικό σύμπαν των Safdie. Ακόμη και με δυνατές ερμηνείες, έντονο σενάριο το να ξεπεραστεί εκείνο το σημείο αναφοράς αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολο.

Σχόλια


bottom of page