top of page

CineWars Oscar Edition: "Frankenstein"

Mια νέα σειρά κριτικών με αφορμή τις φετινές υποψηφιότητες για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Δύο συντάκτες, δύο διαφορετικές οπτικές, δέκα ταινίες. Για καθεμία από τις υποψήφιες θα δημοσιεύονται δύο ξεχωριστές κριτικές, επιχειρώντας όχι να καταλήξουμε σε μια «σωστή» ανάγνωση, αλλά να αναδείξουμε τον διάλογο που μπορεί να γεννήσει το ίδιο έργο.


Συνέχεια έχει το Frakenstein, για το οποίο καταθέτουμε τη δική μας ανάλυση, προσωπική πρόσληψη και τη συνολική αποτίμηση της οσκαρικής δεκάδας. Στόχος μας είναι να παρακολουθήσουμε αυτή τη διαδρομή βήμα βήμα, φωτίζοντας κάθε ταινία μέσα από δύο παράλληλες αναγνώσεις.



Another one, thank you τους Βαγγέλη Κοντογούρη

 

Όλοι ξέρουμε ποιος είναι ο Φρανκενσταίν. Πολλοί, όμως, δεν ξέρουν την πραγματική ιστορία πίσω από αυτό το παραμορφωμένο τέρας, ένα λογοτεχνικό δημιούργημα της Μέρι Σέλεϊ που έχει αφήσει ιστορία ως ένα από τα πιο σημαντικά μυθιστορήματα πρόσωπα της αγγλικής λογοτεχνίας. Με τη νέα του ταινία, ο σκηνοθέτης Γκιγιέρμο Ντέλ Τόρο διηγείται το κλασικό ρομαντικό/ γκόθ αμάγαλμα με τον δικό του τρόπο και, πράγματι, κάνει μια πολύ καλή δουλειά.

 

Το “Frankenstein” ξεκινάει με έναν ολίγον τι διαφορετικό τρόπο από αυτόν του βιβλίου. Ενώ στο πρωτότυπο ο Βίκτορ Φράνκενσταιν κυνηγά το δημιούργημά του για να το καταστρέψει, στην κινηματογραφική διασκευή του Ντέλ Τόρο συμβαίνει το ανάποδο. Σε μια παγωμένη έκταση θαλάσσης, μια πανύψηλη σκιά αναδύεται μέσα από την ομίχλη. Το «Πλάσμα», όπως μαθαίνουμε πως ονομάζεται, ψάχνει απεγνωσμένα τον δημιουργό του και κινεί γη και ουρανό προκειμένου να τον βρει.

 

Το πιο απολαυστικό κομμάτι της ταινίας είναι η αφήγηση της. Χωρισμένη σε δύο υποενότητες, προσφέρει την οπτική γωνία τόσο του δημιουργού, όσο και του δημιουργήματος. Με αυτόν τον τρόπο, η προσοχή μας εστιάζεται εξίσου και στους δύο σκοτεινούς χαρακτήρες, αναλύοντας λεπτομερώς την προϊστορία του καθενός. Ο Ντέλ Τόρο δεν σκιαγραφεί απλώς τον Βίκτορ και το «Πλάσμα», αλλά μας εντάσσει δίπλα τους, παρουσιάζοντάς μας τα τραύματα και τις πληγές τους. Ο Βίκτορ Φράνκενσταιν είναι κάτι παραπάνω από ένας τρελός επιστήμονας. Η αμέλεια από τον πατέρα του τον στιγματίζουν σε τέτοιον βαθμό που το τραύμα εσωτερικεύεται, φουντώνει και του δημιουργεί την ανάγκη να γίνει καλύτερος από εκείνον, από τον άνθρωπο που σκότωσε τα παιδικά του χρόνια και τα γέμισε θλίψη και πένθος. Το μήλο, όμως, κάτω από την μηλιά θα πέσει. Πλέον ενήλικας, ο Βίκτορ εξελίσσεται σε έναν αλαζονικό επιστήμονα που πιστεύει ότι διαθέτει το άγγιγμα του Μίδα, σε έναν άνθρωπο εμμονικό που προσπαθεί με νύχια και με δόντια να γιατρεύσει τον θάνατο. Μέσα από συνεχείς προσπάθειες, καταλήγει στη δημιουργία ενός παραμορφωμένου ανθρωπόμορφου τέρατος που σιγά σιγά θα πάρει την πρώτη του ανάσα και, σαν νεογέννητο, θα ανοίξει τα μάτια του μόνο για να δει έναν κόσμο άδικο και εχθρικό.

 

Μεγαλωμένος μέσα στη βία και την καταπίεση, το «Πλάσμα», ανίκανο να μιλήσει, έρχεται αντιμέτωπο με συναισθήματα πρωτόγνωρα γι’ αυτό. Η μόνη που το καταλαβαίνει είναι η Ελίζαμπεθ, υποδυόμενη εξαιρετικά – και τραγικά – από την Μία Γκόθ,  η οποία του μαθαίνει να λέει το όνομά της, και πυροδοτεί μια φλόγα σχεδόν απαγορευμένη ανάμεσά τους. Για τον Ντελ Τόρο, το «Πλάσμα» δεν είναι απλώς μια ουδέτερη οντότητα, κατώτερη από το ανθρώπινο είδος. Αντιθέτως, ο σκηνοθέτης χρωματίζει τον χαρακτήρα του Τζέικομπ Ελόρντι με τέτοια ανθρωπιά και γνησιότητα δημιουργώντας μια νέα, πολυεπίπεδη, διάσταση για το τέρας. Ο σκηνοθέτης μας αφήνει να αντιληφθούμε ότι τα αληθινά τέρατα, στο τέλος της ημέρας, είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι.

 

Το “Frankenstein” αποτελούσε για χρόνια ένα ονειρικό πρότζεκτ για τον Ντέλ Τόρο και αυτό φαίνεται καθαρά μέσα από το γκοθ-ρομαντικό φιλμ που κυκλοφόρησε την περασμένη χρονιά. Ευχάριστο είναι το γεγονός ότι η ταινία δεν αποτελεί μια ακόμη κακόγουστη διασκευή του κλασικού μυθιστορήματος, αλλά μια πολύ καλά δομημένη ταινία που σέβεται το πρωτότυπό της κείμενο. Ο Τζέικομπ Ελόρντι, καταφέρνει να φέρει αυτήν τη νέα υπόσταση του «Πλάσματος» εις πέρας και επιβεβαιώνει την δίκαιη υποψηφιότητά του ως Best Supporting Actor.

 

Η μεγαλύτερη πικρία που μπορεί να νιώσει κανείς βλέποντας την ταινία είναι το γεγονός ότι, όπως και με το “Train Dreams”, η κυκλοφορία της περιορίζεται στην μικρή οθόνη στερώντας μας μια σωστή, κινηματογραφική προβολή στο πανί.


 

Oscar για τον Oscar (;) της Μάγδας Καραβασιλείου


  Η νέα κινηματογραφική μεταφορά του κλασικού μυθιστορήματος Frankenstein από τον Guillermo del Toro αποτελεί μια ταινία που δείχνει εξαρχής πού θέλει να εστιάσει. Η ιστορία είναι ήδη γνωστή: η δημιουργία ενός πλάσματος που γεννιέται μέσα από την ανθρώπινη φιλοδοξία και η βαθιά, σχεδόν τραγική, σχέση μεταξύ δημιουργού και δημιουργήματος. Εξαιτίας αυτής της ήδη εδραιωμένης αφήγησης, η ταινία δεν χρειάζεται να επενδύσει τόσο στην ανακάλυψη της πλοκής, αλλά περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο τα επιμέρους στοιχεία, δηλαδή ηθοποιία, εικόνα και ατμόσφαιρα, δίνουν νέα πνοή σε μια ιστορία που το κοινό γνωρίζει εδώ και αιώνες.

Η ηθοποιία είναι ίσως το σημείο στο οποίο η ταινία στηρίζεται περισσότερο. Ο Oscar Isaac προσφέρει μια ερμηνεία που σε αρκετές στιγμές μπορεί να χαρακτηριστεί πραγματικά σοκαριστική, καθώς η ένταση και η εμμονή που μεταφέρει στον χαρακτήρα του δημιουργούν μια αίσθηση συνεχούς εσωτερικής σύγκρουσης. Ο Jacob Elordi, από την άλλη, αποδεικνύει ότι δεν φοβάται να «τσαλακωθεί» μπροστά στην κάμερα. Η παρουσία του είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα γιατί επιτρέπει στον χαρακτήρα να εκτεθεί συναισθηματικά και να κινηθεί πέρα από μια απλή, μονοδιάστατη απεικόνιση ενός εμφανίσιμου αγοριού σε coming of age ρομάντζα . Παράλληλα, προσωπικά έχω πάντα μια τεράστια αδυναμία στον Christoph Waltz, ο οποίος ακόμη και σε στιγμές μικρότερης διάρκειας καταφέρνει να επιβάλλεται στην οθόνη με τον δικό του χαρακτηριστικό του τρόπο.

Η αισθητική της ταινίας είναι ίσως το πιο ξεκάθαρο αποτύπωμα της σκηνοθετικής ταυτότητας του del Toro. Η εικόνα είναι σκοτεινή, γοτθική, γεμάτη λεπτομέρεια, με σκηνικά και πλάνα που μοιάζουν σχεδόν ζωντανά. Είναι από αυτές τις περιπτώσεις όπου η ατμόσφαιρα δεν λειτουργεί απλώς ως φόντο, αλλά ως ενεργό κομμάτι της εμπειρίας. Φαίνεται ξεκάθαρα ότι η ταινία επενδύει πολύ στο οπτικό της σύμπαν, με δυνατό CGI, κάτι που συχνά τραβά την προσοχή του θεατή και λειτουργεί ως βασικός άξονας της κινηματογραφικής εμπειρίας.

Η μουσική, αντίθετα, κινείται σε πιο απλά και συγκρατημένα επίπεδα. Δεν επιδιώκει να κυριαρχήσει πάνω στις σκηνές, αλλά ακολουθεί διακριτικά την εξέλιξη της πλοκής. Παραμένει υποτονική, σχεδόν συνοδευτική, επιτρέποντας στην εικόνα και στους χαρακτήρες να βρίσκονται στο επίκεντρο χωρίς να αποσπάται η προσοχή.



Θεματικά, η ταινία όπως υποστηρίζουν οι περισσότεροι θεατές παραμένει πιστή σε αυτό που κάνει το έργο της Mary Shelley διαχρονικό. Η σχέση δημιουργού και δημιουργήματος, η ευθύνη της δημιουργίας, αλλά κυρίως η τραγικότητα του τέρατος, ενός πλάσματος που δεν ζήτησε ποτέ να υπάρξει, αποτελούν τον βασικό συναισθηματικό πυρήνα της ιστορίας. Είναι μια αφήγηση που εδώ και χρόνια λειτουργεί ως αλληγορία για την απομόνωση, την απόρριψη και την ανθρώπινη ανάγκη για αποδοχή.

Παρόλα αυτά, σε προσωπικό επίπεδο δεν μπορώ να πω ότι με άγγιξε ιδιαίτερα. Αναγνωρίζω πλήρως την ποιότητα της εκτέλεσης, την προσεγμένη σκηνοθεσία και τις ισχυρές ερμηνείες. Ωστόσο, το στοιχείο της φαντασίας είναι ένα κινηματογραφικό είδος που συχνά με αφήνει σχετικά αδιάφορη. Ενώ μπορώ εύκολα να δω πώς κάποιος θα μπορούσε να συνδεθεί βαθιά με μια μια δική του αλληγορία που σχετίζεται με την πραγματική ζωή, για μένα η ταινία παρέμεινε περισσότερο μια καλοφτιαγμένη και αισθητικά εντυπωσιακή εμπειρία παρά κάτι που με επηρέασε ουσιαστικά.

Σχόλια


bottom of page