top of page

CineWars Oscar Edition: "F1"

Mια νέα σειρά κριτικών με αφορμή τις φετινές υποψηφιότητες για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Δύο συντάκτες, δύο διαφορετικές οπτικές, δέκα ταινίες. Για καθεμία από τις υποψήφιες θα δημοσιεύονται δύο ξεχωριστές κριτικές, επιχειρώντας όχι να καταλήξουμε σε μια «σωστή» ανάγνωση, αλλά να αναδείξουμε τον διάλογο που μπορεί να γεννήσει το ίδιο έργο.


Συνέχεια έχει το F1, για το οποίο καταθέτουμε τη δική μας ανάλυση, προσωπική πρόσληψη και τη συνολική αποτίμηση της οσκαρικής δεκάδας. Στόχος μας είναι να παρακολουθήσουμε αυτή τη διαδρομή βήμα βήμα, φωτίζοντας κάθε ταινία μέσα από δύο παράλληλες αναγνώσεις.




Προτιμώ να ξαναδώ το Cars, του Βαγγέλη Κοντογούρη.

 

Σε πολλά οικογενειακά τραπέζια, η τηλεόραση έδειχνε αυτό. Ο πατέρας της φίλης μου της Γιάννας είναι μεγάλος λάτρης του αθλήματος - ποτέ δεν κατάλαβα πως γίνεται να θεωρείται άθλημα – και έτσι, κάθε φορά, βλέπαμε F1. Στο κεφάλι μου, όλο αυτό το θέαμα ήταν πάντοτε βαρετό. Ποτέ δεν κατάλαβα την γοητεία που άλλοι νιώθουν για την Φόρμουλα. Για εμένα, είναι απλώς αυτοκίνητα που κάνουν την ίδια διαδρομή ξανά και ξανά και ξανά και ξανά. Ήταν, επομένως, φυσικό πως η νέα ταινία του Τζόσεφ Κοζίνσκι δεν θα μου κινούσε και πολύ το ενδιαφέρον.

 

Ο Σόνυ Χείζ, ένας πρώην βετεράνος της Φόρμουλα 1, επιστρέφει στην εξίσωση δυναμικά, τόσο μάλιστα που του γίνεται πρόταση να ενώσει της δυνάμεις του με την ομάδα (APXGP) του παλιού του φίλου Ρούμπεν. Υπάρχει, όμως, μια ανατροπή η οποία θα δυσκολέψει τον Χέιζ και θα προκαλέσει συγκρούσεις μεταξύ αυτού και του αλαζόνα Τζόσουα Πίαρς. Οι δυο τους ξεκινάνε στραβά, αναπτύσσοντας μια έχθρα που δε μπορεί παρά να δείχνει απόλυτα κλισέ. Ο Πίαρς, νεότερος και με πολύ έπαρση, θεωρεί τον εαυτό του καλύτερο και πιο σύγχρονο από τον παλαιάς κοπής Χέιζ και δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του: κάνει αυτό που θέλει, όταν το θέλει και δεν κοιτάζει τίποτα παραπάνω πέρα από τον ίδιο του τον εαυτό. Ο Χέιζ, λακωνικός μα αποτελεσματικός, ακολουθεί μια σειρά αποφάσεων, μερικές ωφέλιμες και άλλες καταστροφικές για την ομάδα του.

 

Όλη αυτό το κλίμα μεταξύ των δυο θα μπορούσε, σε ένα άλλο σύμπαν, να θεωρηθεί τεταμένο. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και αυτή η αντιπάθεια είναι τόσο μονότονη που κάνει τους χαρακτήρες να μοιάζουν λιγότερο με ανταγωνιστές και περισσότερο με δύο ανθρώπους που απλώς αδιαφορούν ο ένας για την ύπαρξη του άλλου.

 

Από έξω, η ταινία φαίνεται μονοδιάστατη και αργή. Για μια ταινία διάρκειας δυόμιση ωρών που αφορά την Φόρμουλα και, επομένως, την ταχύτητα και τo σασπένς, μένουμε με τίποτα από τα δυο, πλην μερικών εξαιρέσεων. Με ένα μέτριο και άγευστο σενάριο, δεν υπάρχει τίποτα που να ανυψώνει την ταινία. Ακόμη και ο Μπράντ Πιτ είναι απλώς καλός. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο. Οι χαρακτήρες έχουν γραφτεί έτσι, ώστε κανείς να μην ξεχωρίζει, πέραν του Ντάμσον Ίντρις, ο οποίος κάνει μια καλή εμφάνιση σε ταινία τέτοιου μεγέθους. Έως και το ρομάντζο μεταξύ του Χέιζ και της Μακ Κέννα μοιάζει τρομερά αδιάφορο και επιφανειακό, προσφέροντας μηδαμινή γεύση στο άνοστο γεύμα του Κοζίνσκι.

 

Σε μια πιο θετική νότα, η ταινία είναι αδιαμφισβήτητα καλογυρισμένη, κάτι που, όμως, δεν καταφέρνει να την σώσει από την μετριότητα.

 

Δεν ξέρω αν φταίει το γεγονός ότι μεγαλώνοντας το “Cars” ήταν από τις αγαπημένες μου ταινίες, αλλά όσο παρακολουθούσα το “F1” δε μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι πόσο καλύτερο είναι από τη νέα ταινία του Κοζίνσκι. Πάντως, η υποψηφιότητα της για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας αποδεικνύει πως τα πάντα είναι πιθανά: Αν μπορεί μια εξαιρετικά μέτρια ταινία που δεν προσφέρει όσα υπόσχεται να λάβει υποψηφιότητα για Όσκαρ, τότε και εγώ μπορώ να πραγματοποιήσω ό,τι όνειρο έχω.



'Υδρα, κράτα τον Brat μακριά από την οθόνη μου, της Μάγδας Καραβασιλείου.


Η ταινία F1, σε σκηνοθεσία του Joseph Kosinski, είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που γνωρίζεις ήδη από πριν περίπου τι πρόκειται να δεις. Μια ταινία δράσης γύρω από τον κόσμο της Formula One, με τον Brad Pitt στον γνώριμο «cool» ρόλο που ενσαρκώνει εδώ και δεκαετίες. Από τις πρώτες κιόλας σκηνές, όμως, γίνεται σαφές ότι η ταινία δεν προσπαθεί ιδιαίτερα να ξεφύγει από τα πιο αναμενόμενα και κλισέ μονοπάτια του είδους.


Ήδη μέσα στις τρεις πρώτες σκηνές εμφανίζονται όλα τα στοιχεία που θα καθορίσουν την πορεία της αφήγησης. Ο Sonny, ο χαρακτήρας του Pitt, παρουσιάζεται ως ένας θρυλικός αλλά ξεχασμένος οδηγός που επιστρέφει για να σώσει μια ομάδα. Το πρόβλημα είναι ότι η ταινία ζητά από τον θεατή να πιστέψει πως ένας 60χρονος οδηγός, με τραυματισμούς, PTSD και σχεδόν τρεις δεκαετίες μακριά από την ενεργό δράση, μπορεί ξαφνικά να ανταγωνιστεί οδηγούς που βρίσκονται στην ακμή της καριέρας τους, όπως οι πραγματικοί αστέρες του αθλήματος, όπως οι Max Verstappen, Lewis Hamilton ή Lando Norris. Η ίδια η ταινία δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να στηρίξει αυτή την υπόθεση με πειστικό τρόπο, με αποτέλεσμα σε αρκετά σημεία να μοιάζει σχεδόν κωμική.


Το σενάριο ακολουθεί μια τόσο προβλέψιμη διαδρομή που καταφέρνει κανείς να το μαντέψει  πριν καν ξεκινήσει η ταινία. Ο βετεράνος οδηγός φτάνει στην ομάδα, έρχεται σε σύγκρουση με τον νεαρό οδηγό Joshua, χάνουν συνεχώς αγώνες, καταστρέφουν αυτοκίνητα και τραυματίζονται, για να αναρρώσουν εντυπωσιακά γρήγορα και να επιστρέψουν στην πίστα. Σταδιακά, η σχέση τους μετατρέπεται από ανταγωνιστική σε καθοδηγητική: ο Sonny γίνεται μέντορας και σχεδόν είδωλο για τον νεαρό οδηγό. Στην τελική αναμέτρηση, μάλιστα, ο ίδιος κάνει τα πάντα ώστε να βοηθήσει τον Joshua να κερδίσει, μόνο για να τον αφήσει τελικά ο νεαρός να τον προσπεράσει στην τελευταία στιγμή, σε μια σκηνή που μοιάζει βγαλμένη από το πιο τυπικό αθλητικό μελόδραμα.


Από τους χαρακτήρες, ο μόνος που μου φάνηκε πραγματικά ενδιαφέρον ήταν η Kate McKenna, την οποία υποδύεται η Kerry Condon. Η Kate είναι η μοναδική γυναίκα μηχανικός και τεχνική διευθύντρια στο περιβάλλον της Formula 1 της ταινίας, και η παρουσία της έχει μεγαλύτερο δραματικό ενδιαφέρον από τον ίδιο τον πρωταγωνιστή. Η σχέση της με τον Sonny είναι αναμενόμενη και σε ορισμένες σκηνές φανταζόμουν ότι η ίδια βαριέται να ακούει τους δραματικούς μονόλογους του Sonny για την τραγικότητα της ζωής του.


Η ηθοποιία συνολικά βρίσκεται σε αξιοπρεπή επίπεδα, χωρίς όμως να ξεχωρίζει ιδιαίτερα. Οι περισσότεροι ρόλοι δεν απαιτούν κάποια ιδιαίτερη δραματική ένταση, με αποτέλεσμα οι ερμηνείες να περνούν σχετικά αδιάφορα. Ορισμένοι δευτερεύοντες χαρακτήρες μάλιστα αποσπούν την προσοχή, κάτι που πιθανότατα θα μπορούσε να είχε διορθωθεί με καλύτερη σκηνοθετική εστίαση.



Η μεγαλύτερη απογοήτευση για μένα ήταν η μουσική. Σε μια ταινία δράσης γύρω από την ταχύτητα και τον ανταγωνισμό, η μουσική θα μπορούσε να λειτουργήσει ως βασικό εργαλείο έντασης και ρυθμού. Θα μπορούσε να ανεβάσει τα επίπεδα αγωνίας ή ακόμη και να δώσει μια «cool» διάσταση στις πιο κλισέ στιγμές. Αντ’ αυτού, η χρήση γνωστών τραγουδιών είναι συχνά αμήχανη και το soundtrack παραμένει επίπεδο, χωρίς να προσθέτει κάτι ουσιαστικό στην εμπειρία, σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα γίνεται και ενοχλητικό.

 

Το πιο εντυπωσιακό, όμως, ταυτόχρονα το πιο ενοχλητικό στοιχείο της ταινίας είναι το πόσο ξεκάθαρα λειτουργεί ως διαφημιστικό όχημα. Η ταινία μοιάζει συχνά λιγότερο με κινηματογραφική αφήγηση και περισσότερο με μια τρίωρη προωθητική καμπάνια για τη Formula One, γεμάτη πραγματικές ομάδες, εταιρείες, brands και γνωστά πρόσωπα του αθλήματος. Όπως εύστοχα έχει ειπωθεί από τον @aframeaday  «από την αρχή της ταινίας όλα φωνάζουν εταιρική συνέργεια, είναι μια παραγωγή που θέλει ταυτόχρονα να απευθυνθεί στους ήδη φανατικούς οπαδούς της Formula 1 αλλά και να προσελκύσει ένα νέο κοινό».


Αυτό φαίνεται να το καταφέρνει, καθώς, όπως και με το The Secret Agent, η ταινία με ώθησε να διακόψω την προβολή για να κάνω τη δική μου έρευνα. Μόνο που εκεί η αναζήτηση αφορούσε τη στρατιωτική δικτατορία στη Βραζιλία, ενώ εδώ κατέληξα να διαβάζω για την καριέρα μερικών ήδη εκατομμυριούχων οδηγών αγώνων.


Τέλος, η ταινία συχνά περιγράφεται ως «ταινία για πατεράδες». Ακόμη κι αν το πούμε χιουμοριστικά, προσωπικά δεν είμαι σίγουρη ότι θα ενθουσίαζε ούτε τον δικό μου πατέρα. Η δράση παραμένει αρκετά επίπεδη και καμία συγκεκριμένη σκηνή δεν ξεχωρίζει πραγματικά ως κινηματογραφική στιγμή που θα μείνει στη μνήμη.


Σε οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο πιθανότατα δεν θα ένιωθα την ανάγκη να ασκήσω τόσο αυστηρή κριτική. Ωστόσο, όταν μια ταινία τοποθετείται στη συζήτηση για Best Picture, η σύγκριση με άλλες κινηματογραφικές προτάσεις γίνεται αναπόφευκτη. Σε αυτό το επίπεδο, το F1 μοιάζει περισσότερο με μια φιλόδοξη εμπορική παραγωγή παρά με μια ταινία που επιχειρεί πραγματικά κάτι κινηματογραφικά τολμηρό. Η αίσθηση αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν σκέφτεται κανείς ότι έργα όπως το No Other Choice, το Weapons ή το Mickey 17 δεν βρέθηκαν καν ανάμεσα στις υποψήφιες επιλογές. Δίπλα σε τέτοιου τύπου πιο σύνθετες ή φιλόδοξες δημιουργίες, το F1 μοιάζει να λειτουργεί κυρίως ως μια καλοστημένη, αλλά τελικά επιφανειακή, κινηματογραφική βιτρίνα για το ίδιο το άθλημα.

Σχόλια


bottom of page