Ηχητικό Αλισβερίσι: Ανηφορίζοντας στην πόλη που κουβεντιάζει
Για να πάρεις χρειάζεται να δώσεις. Ένα βιωματικό αλισβερίσι με τους ήχους της Θεσσαλονίκης σε τρεις πράξεις.
Θεσσαλονίκη. Σεπτέμβριος. Επιστροφή. Για πρώτη φορά συνειδητοποιείς. Για πρώτη φορά την ακούς. Η πόλη σου μιλάει. Γιατί τώρα; Τι άλλαξε; Ετοιμάζεσαι για μια μεγάλη βόλτα φορώντας, βέβαια, πολύ λάθος παπούτσι (πέδιλο-παντόφλα) πράγμα που θα σου στοιχήσει στο τέλος της ημέρας· προοικονομία… Μάλλον λογικό επακόλουθο.
Μπορείς να ακούσεις την πόλη εδώ.

Πράξη 1η
Ξεκινάς από την παραλιακή. Ο Θερμαϊκός είναι ήρεμος. Κάθεσαι στα σκαλάκια, στην ξύλινη προβλήτα με τις Ομπρέλες. «Είμαι έτοιμη. Μπορείς να τα πάρεις όλα, να τα καταχωνιάσεις στον σκοτεινό πυθμένα σου, να μην ηχούν πια μέσα μου, να μην με θορυβούν». Κι η θάλασσα σου γνέφει. Δέχεται τη φασαρία σου, την βυθίζει. Κι όσο εκείνη σβήνει, αρχίζεις να ακούς.
Το νερό παίζει με το τσιμεντένιο τοιχίο. Το σκουντάει, το χτυπάει απαλά σαν παλιόφιλο που είχαν χρόνια να ιδωθούν. Γελάει. Γελάς και συ. Το αεράκι σου γαργαλά τα αυτιά. Σου ψιθυρίζει ένα πολύ συγκεκριμένο γράμμα· το γράμμα της Φιλίας, του Φωτός, της Φύσης. Ύστερα μπλέκεται με το τιτίβισμα πουλιών στο βάθος. Μια οικογένεια τουριστών περνάει από πίσω σου. Δεν καταλαβαίνεις τι λένε, τι γλώσσα μιλούν. Προφορά ούτε πολύ βαριά, ούτε πολύ ελαφριά. Κάτι ενδιάμεσο. Κάνεις να σηκωθείς. Ένα θαλασσοπούλι έκρωξε, μα δεν πρόλαβες να το δεις· το άκουσες. Περπατάς προς τον Λευκό Πύργο. Κόσμος πολύς κάθεται στα παγκάκια. Τρεις σκεϊτμπορντάδες φιγουράρουν. Το ροδάρισμα των σανίδων τους πάνω στα τσιμεντένια εμπόδια και ο επακόλουθος πάταγος της προσγείωσης, αναστατώνει έναν γερμανικό ποιμενικό, που μονοπωλεί τα βλέμματα με το υστερικό του γάβγισμα.
Πράξη 2η
Κοντεύεις πια στη λεωφόρο Νίκης και το παίρνεις απόφαση. «Την ησυχία μου για τον ήχο της ζωντάνιας και της συνύπαρξης. Κυρίως, τον ήχο που σου καλλιεργεί την υπομονή, την αντοχή και την ανοχή». Τα αυτοκίνητα κινούνται με φόρα το ένα πίσω από τ’ άλλο. Δεν προλαβαίνεις να ακούσεις την άσφαλτο να ανασαίνει από το πέρασμα του πρώτου οχήματος κι αμέσως έρχεται το επόμενο να σκίσει τον αέρα. Περνάς απέναντι και στρίβεις σε ένα στενό. Ένα αγοράκι περπατά με τη μαμά του. Η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τα φρούτα. Πιάνεις καθαρά τη λέξη «φράουλες» και αποσυντονίζεσαι. Σε ενοχλεί ο θόρυβος ενός σφυριού που κοπανά. Η πόλη μοιάζει με ανοιχτό εργοτάξιο. Ανεβαίνεις στην Τσιμισκή. Ένας συναγερμός λουπάρει ασταμάτητα κάνοντάς σε να το μετανιώνεις. Έπειτα το διαπεραστικό τσίριγμα των φρένων, μια συχνότητα για την οποία ποτέ δεν είσαι προετοιμασμένος. Και τι γίνεται με αυτόν τον συνεχή βόμβο μέσα στα αυτιά σου; Ήταν πάντα εκεί, αλλά μόλις τώρα το συνειδητοποιείς.
Στρίβεις ξανά Κομνηνών και Βασιλέως Ηρακλείου. Πλησιάζεις στα Λαδάδικα. Ομιλίες έρχονται από παντού και μπλέκονται με τις μουσικές των μαγαζιών. Ξεχωρίζεις κάποιους στίχους: “You got a fast car, I got a plan to get us outta here”. Ανοίγεις Shazam. Fast car, Tracy Chapman. Προστέθηκε στην πλέιλιστ. Βροντάει. Σηκώνεις το κεφάλι. Αεροπλάνο είναι.
Πράξη 3η
Μεσημεριάζει και η ζέστη αρχίζει να γίνεται αφόρητη. Η ιδέα του ανήφορου που επέλεξες να πάρεις προκειμένου να συνομιλήσεις με την Άνω Πόλη και τα κάστρα, παύει να σου φαίνεται συναρπαστική. Φοράς ακουστικά. Μέχρι να φτάσεις δεν θέλεις να ακούσεις τίποτε άλλο. Εστουδιαντίνα Νέας Ιωνίας και άλμπουμ το «Δάκρυ στο γυαλί». Φτιάχνεις πολίτικη ατμόσφαιρα και τραβάς προς Γεντί Κουλέ. Έχοντας καταφέρει να ανέβεις μέχρι τα βυζαντινά τείχη, στον Πύργο του Τριγωνίου ή αλλιώς «το μπαλκόνι της πόλης», σωριάζεσαι στο πρώτο παγκάκι που θα βρεις. «Το λαχάνιασμά μου, για τον φιλτραρισμένο ήχο της προοπτικής». Εδώ ψηλά τα πουλιά δίνουν απίστευτο ρεσιτάλ. Ο βόμβος του κέντρου εξατμίζεται, γίνεται ευγενικό αεράκι που σ’ αγκαλιάζει. Τα βήματά σου ακούγονται καθαρά πάνω στο πλακόστρωτο. Τα πόδια σου πλέον σε πεθαίνουν. Με κάθε πάτημα τα πέδιλα σκάβουν το δέρμα στις άκρες των πελμάτων, σαν να διεκδικούν το δικό τους τίμημα για χάρη της περιπλάνησης. Ένας κιθαρίστας καθισμένος σε μια πέτρα προσπαθεί να βάλει το λιθαράκι του στην αρμονία της ατμόσφαιρας. Πότε-πότε ακούγεται η μουσική από κάποιο ραδιοφωνάκι που τυχαίνει να κρατά συντροφιά τους ηλικιωμένους στα μπαλκονάκια τους.

Κοιτάζεις από ψηλά και βλέπεις όλο τον Θερμαϊκό, όλη τη Θεσσαλονίκη. Τόσο μικρή, τόσο διαφορετική. Για πρώτη φορά συνειδητοποίησες. Για πρώτη φορά την άκουσες. Η πόλη σου μίλησε. Γιατί τώρα; Τι άλλαξε;Η στάση σου απέναντί της. Αφέθηκες, παρατήρησες, υπέμεινες, κόπιασες. Της έδωσες και σου έδωσε. Πήρες γιατί έδωσες. Almak-vermek. Κοινώς αλισβερίσι.


Σχόλια