top of page

CineWars Oscar Edition: "The Secret Agent"

Mια νέα σειρά κριτικών με αφορμή τις φετινές υποψηφιότητες για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Δύο συντάκτες, δύο διαφορετικές οπτικές, δέκα ταινίες. Για καθεμία από τις υποψήφιες θα δημοσιεύονται δύο ξεχωριστές κριτικές, επιχειρώντας όχι να καταλήξουμε σε μια «σωστή» ανάγνωση, αλλά να αναδείξουμε τον διάλογο που μπορεί να γεννήσει το ίδιο έργο.


Συνέχεια έχει το The Secret Agent, για το οποίο καταθέτουμε τη δική μας ανάλυση, προσωπική πρόσληψη και τη συνολική αποτίμηση της οσκαρικής δεκάδας. Στόχος μας είναι να παρακολουθήσουμε αυτή τη διαδρομή βήμα βήμα, φωτίζοντας κάθε ταινία μέσα από δύο παράλληλες αναγνώσεις.



City of the Leg

της Μάγδας Καραβασιλείου 


Το The Secret Agent είναι από εκείνες τις ταινίες που χρειάζονται χρόνο για να σε κερδίσουν. Η αρχή της, σχεδόν ολόκληρη η πρώτη ώρα, μου φάνηκε αρκετά αργή και σε σημεία κουραστική. Παρότι η ηθοποιία και η εικόνα είναι από την αρχή ιδιαίτερα προσεγμένες, η αφήγηση δεν αποκαλύπτει εύκολα τι ακριβώς συμβαίνει. Η ταινία σε ρίχνει σε ένα πολύπλοκο πολιτικό περιβάλλον χωρίς να προσφέρει άμεσα τις απαραίτητες πληροφορίες, κάτι που μπορεί εύκολα να απομακρύνει τον θεατή ή να δυσκολέψει τη σύνδεση με την ιστορία. Ταυτόχρονα όμως, αυτό είναι και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της.


Σε κάποιο σημείο στη διάρκεια της προβολής ένιωσα την ανάγκη να αναζητήσω το ιστορικό υπόβαθρο της Στρατιωτικής Δικτατορίας της Βραζιλίας και ειδικότερα την περίοδο γύρω στο 1977. Η ταινία είναι βαθιά ριζωμένη στην πολιτική πραγματικότητα της Βραζιλίας εκείνης της εποχής: διαφθορά στην αστυνομία, παρακολούθηση πολιτών, κρατική βία και μια κοινωνία που λειτουργεί μέσα σε ένα κλίμα παράνοιας και φόβου. Με αυτόν τον τρόπο, το έργο λειτουργεί σχεδόν σαν ένα πολιτικό πορτρέτο μιας χώρας σε κρίση.


Από τη μέση και μετά, η ταινία αρχίζει να παίρνει πραγματικά τα πάνω της. Ο ρυθμός ανεβαίνει, η δράση γίνεται πιο έντονη και η ιστορία αποκτά μεγαλύτερη συναισθηματική δύναμη. Πληρωμένοι δολοφόνοι, κυνηγητά και συνεχείς απειλές δημιουργούν ένα κλίμα διαρκούς κινδύνου. Μέσα σε αυτή τη βία, όμως, εμφανίζεται και μια πιο ανθρώπινη πλευρά της ιστορίας: η σχέση του πρωταγωνιστή με τον γιο του. Η επιθυμία του να τον βρει και να ζήσουν μαζί ειρηνικά δίνει στην ταινία μια έντονη συναισθηματική διάσταση, ενώ οι αναμνήσεις από τη γυναίκα του και η σχέση του με τον πεθερό του, ο οποίος ουσιαστικά μεγάλωσε το παιδί, δημιουργούν ένα ιδιαίτερα φορτισμένο οικογενειακό πλαίσιο.


Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο είναι η έντονη αντίθεση που παρουσιάζεται μέσα στην ιστορία. Από τη μία πλευρά, υπάρχει ένας εκπρόσωπος του ίδιου του κατασταλτικού κράτους που φαίνεται να τον συμπαθεί και να του προσφέρει προστασία. Ο ίδιος έρχεται σε άμεση επαφή με ανθρώπους που έχουν πληρωθεί για να τον δολοφονήσουν. Αυτή η διπλή πραγματικότητα ενισχύει ακόμη περισσότερο το αίσθημα αστάθειας που χαρακτηρίζει την εποχή και την κοινωνία που απεικονίζεται.

Υπάρχει επίσης μια ιδιαίτερη σκηνή, σχεδόν παράδοξη,  που αφορά ένα κομμένο πόδι το οποίο εμφανίζεται και επανέρχεται σε διάφορα σημεία της ταινίας, κυριολεκτικά και μεταφορικά μας κυνηγάει. Είναι ίσως το μοναδικό στοιχείο που δημιουργεί μια στιγμή σχεδόν παράξενου χιούμορ μέσα στην ιστορία. Παρότι αρχικά μοιάζει αινιγματικό, τελικά φαίνεται να συνδέεται με βασανισμούς και δολοφονίες που πραγματοποιούσε η αστυνομία εκείνη την περίοδο, λειτουργώντας σαν ένα συμβολική υπενθύμιση της βίας του καθεστώτος. Θεματικά, η ταινία δείχνει ξεκάθαρα πώς η πολιτική βία μπορεί να διαλύσει την προσωπική ζωή ενός ανθρώπου. Οι χαρακτήρες που αντιστέκονται στο σύστημα αναγκάζονται να ζουν για πάντα στο περιθώριο, κρυμμένοι, χωρίς πραγματική δυνατότητα επιστροφής σε μια φυσιολογική ζωή.


Αν και το σενάριο θα μπορούσε να αναλυθεί σε τεράστιο βάθος, αυτό που προσωπικά με ενδιαφέρει περισσότερο είναι το πώς λειτουργούν τα επιμέρους στοιχεία της ταινίας γύρω από αυτό. Η μουσική υπόκρουση αν και αρκετά ιδιόμορφη λειτουργεί αριστοτεχνικά στην πλαισίωση της δράσης. Έχει μια παράξενη, σχεδόν υπόγεια ποιότητα που ακουμπά στην πολιτική ένταση της ιστορίας. Οι χαρακτήρες είναι επίσης εξαιρετικά γραμμένοι. Η ταινία διαθέτει μεγάλο αριθμό ρόλων, όμως ακόμη και οι πιο μικρές παρουσίες φαίνονται προσεγμένες και ολοκληρωμένες. Οι ηθοποιοί καταφέρνουν να δώσουν βάθος ακόμη και σε χαρακτήρες με περιορισμένο χρόνο στην οθόνη, κάτι που ενισχύει τη συνολική αίσθηση ενός πλήρους και ζωντανού κόσμου.


Παρότι άλλες από τις υποψήφιες ταινίες για Best Picture με άγγιξαν ίσως περισσότερο συναισθηματικά, το The Secret Agent είναι μια ταινία που θα χαιρόμουν πραγματικά να δω να κερδίζει το βραβείο. Υπάρχει κάτι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό στο γεγονός ότι διεθνείς παραγωγές εμφανίζονται πλέον όλο και συχνότερα σε αυτή την κατηγορία και δεν περιορίζονται μόνο στο Academy Award των Best International Feature Film. Προσωπικά, πολλές φορές αυτές οι ταινίες καταλήγουν να είναι και οι αγαπημένες μου ανάμεσα στις επιλογές της χρονιάς, ακόμη κι αν δεν το περίμενα εξαρχής. Ίσως να μην είναι από εκείνες που σε κερδίζουν αμέσως, αλλά σίγουρα είναι από αυτές που αξίζουν μια δεύτερη προβολή για να αποκαλυφθούν πλήρως.


Το πόδι που κλωτσάει

του Βαγγέλη Κοντογούρη


25 Φεβρουαρίου 2025. Μπαίνω στο «Μακεδονικόν» μέρα και βγαίνω νύχτα, με ένα κεφάλι γεμάτο από σκέψεις και συναισθήματα. Το προπέρσινο “I’m Still Here”, με θέμα την στρατιωτική δικτατορία που υπέστη η Βραζιλία τη δεκαετία του ‘60, ήταν μοναδικό από κάθε άποψη. Ήταν τόσο καλό μάλιστα, που αποτέλεσε την πρώτη ταινία βραζιλιάνικης παραγωγής που κέρδισε το βραβείο Καλύτερης Διεθνούς ταινίας στα περυσινά Όσκαρ.  

 

Έναν χρόνο αργότερα, έχουμε μια ακόμη οσκαρική προσφορά του βραζιλιάνικου κινηματογράφου. Το “The Secret Agent” ακολουθεί τον Αρμάντο, έναν πρώην καθηγητή, ο οποίος, λόγω της πολιτικής κατάστασης που επικρατεί στη χώρα του, προσπαθεί να ξεφύγει από τις διώξεις και να αντισταθεί σε ένα αυταρχικό καθεστώς.

 

Όλα ξεκινoύν από μια πολύ έντονη πρώτη σκήνη. Ένας ταλαιπωρημένος αλλά γαλήνιος Αρμάντο, βάζει βενζίνη στον κίτρινο σκαραβαίο του, όταν ξαφνικά βλέπει ένα πτώμα παρατημένο στη μέση του δρόμου. Ήδη από τα πρώτα λεπτά γνωρίζουμε πως η ταινία επρόκειτο να είναι τόσο ενδιαφέρουσα, όσο και αγωνιώδης. Ο Αρμάντο δεν ξέρει ότι είναι καταζητούμενος, αλλά πολύ σύντομα θα το μάθει και θα ξεκινήσει ένα ανελέητο κρυφτοκυνηγητό γεμάτο αίμα, προδοσία και άδοξα τέλη.


Η ταινία, που σε διάρκεια ξεπερνάει τις δυόμιση ώρες, καταφέρνει να συνδυάσει στοιχεία θρίλερ, κωμωδίας και αγωνίας, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί μια βαθιά πολιτικοποιημένη ταινία που σε μεταφέρει, κυριολεκτικά, μέσα στην έντονη αναμπουμπούλα της Βραζιλίας του τότε.

 

Αν και αντιλαμβάνομαι την δεξιοτεχνία του Kleber Mendonça Filho, η ταινία δεν μου παρακίνησε το ενδιαφέρον με τον τρόπο που το έκανε το I’m Still Here. Οι δύο ταινίες μπορεί να προσεγγίζουν το ίδιο θέμα, το κάνουν, όμως, με τόσο διαφορετικό τρόπο, ώστε η σύγκρισή τους να καταλήγει άδικη. Το φετινό βραζιλιάνικο πολιτικό θρίλερ αποτελεί μια πιο ελεύθερη προσέγγιση στη δικτατορία της εποχής, με στιγμές όπως αυτή με το τριχωτό πόδι ή το επαναλαμβανόμενο αφηγηματικό πήγαινε-έλα να του προσδίδουν χαρακτήρα και μια ιδιαίτερη πινελιά. ”. Ενώ υπάρχουν πολλά στοιχεία που με εξέπληξαν στην ταινία, όπως η τρομερή μουσική, η ευφάνταστη πλοκή και οι καταπληκτικές ερμηνείες, η τεταμένη της ενέργεια μια με άφηνε και μια ξαναέπαιρνε από τον λαιμό. Προσωπικά το The Secret agent μου μοιάζει σαν το μικρό ετεροθαλές αδελφάκι του I’m Still Here. Και τα δύο έχουν την ίδια μητέρα, οι γέροι τους όμως είναι τόσο διαφορετικοί, ώστε έχουν τελείως διαφορετική οπτική γωνία για τα ίδια ζητήματα.

Σχόλια


bottom of page