top of page

Ο Κασιδιάρης επιστρέφει. Τι έχει αλλάξει στην Ευρώπη;

πριν από 16 ώρες
διαβάστηκε 6 λεπτά

Ο Κασιδιάρης επιστρέφει


Στις 15 Σεπτεμβρίου 2026, η πύλη των φυλακών Δομοκού άνοιξε και ο Ηλίας Κασιδιάρης βγήκε ξανά στην ελευθερία. Μόνο που η εικόνα έξω από τη φυλακή δεν θύμιζε την ήσυχη έξοδο ενός ανθρώπου που μόλις ολοκλήρωσε μια πολυετή ποινή. Δεκάδες υποστηρικτές του είχαν συγκεντρωθεί από νωρίς, τον περίμεναν, τον χειροκροτούσαν και τον επευφημούσαν. Κάποιοι φώναζαν συνθήματα υπέρ του, ενώ ο ίδιος, κρατώντας ελληνική σημαία, στάθηκε μπροστά τους και έδωσε από την πρώτη στιγμή πολιτικό χαρακτήρα στην επιστροφή του.


Η εικόνα είναι δύσκολο να περάσει απαρατήρητη. Γιατί ο άνθρωπος που μέχρι χθες βρισκόταν στη φυλακή,εμφανίστηκε σήμερα ως πολιτικός που θεωρεί ότι επιστρέφει. Ο ίδιος ανακοίνωσε την ίδρυση νέου πολιτικού κόμματος και δήλωσε ότι δεν επιστρέφει μόνο στην ελευθερία, αλλά και «στην πρώτη γραμμή των εθνικών αγώνων». Μίλησε για ένα «νέο, ισχυρό εθνικό κόμμα», ενώ επιτέθηκε στην κυβέρνηση και υποστήριξε ότι ο τελικός κριτής για την πολιτική του πορεία είναι ο ελληνικός λαός.


Η επιστροφή του Κασιδιάρη δεν συμβαίνει σε πολιτικό κενό. Συμβαίνει σε μια Ευρώπη που τα τελευταία χρόνια έχει μετακινηθεί αισθητά προς τα δεξιά.


ΠΗΓΗ: Eurokinisi
ΠΗΓΗ: Eurokinisi

Γιατί βρέθηκε στη φυλακή;


Για να καταλάβουμε τι σημαίνει η σημερινή εικόνα, πρέπει να γυρίσουμε πίσω. Ο Ηλίας Κασιδιάρης υπήρξε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα στελέχη της Χρυσής Αυγής, ενός κόμματος που από την είσοδό του στη Βουλή το 2012 κατάφερε να μετατρέψει τον ακραίο εθνικισμό, τον ρατσιστικό λόγο και τη συστηματική πολιτική βία σε κοινοβουλευτική παρουσία. Η δικαστική απόφαση του 2020 έκρινε ότι λειτουργούσε ως εγκληματική οργάνωση πίσω από τον πολιτικό της μανδύα. Η ηγεσία της καταδικάστηκε για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, ενώ ο Κασιδιάρης ήταν ανάμεσα στα ηγετικά στελέχη που καταδικάστηκαν.


Η καταδίκη ήρθε έπειτα από μια ιστορία βίας που είχε κορυφωθεί με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα το 2013 από τον Γιώργο Ρουπακιά, μέλος της Χρυσής Αυγής. Η υπόθεση εκείνη αποτέλεσε σημείο καμπής για την ελληνική κοινωνία. Το ζήτημα δεν ήταν πλέον μόνο η ρητορική μίσους ή οι επιθέσεις εναντίον μεταναστών και πολιτικών αντιπάλων. Ήταν η διαπίστωση ότι ένα κόμμα που βρισκόταν μέσα στο Κοινοβούλιο μπορούσε να συνδέεται με μια οργανωμένη δομή βίας. Η δικαστική απόφαση του 2020 αποτέλεσε, έτσι, μια από τις σημαντικότερες στιγμές της μεταπολιτευτικής ελληνικής δημοκρατίας.


Ο Κασιδιάρης καταδικάστηκε σε πολυετή κάθειρξη ως ένα από τα ηγετικά στελέχη της εγκληματικής οργάνωσης. Η σημερινή αποφυλάκισή του, επομένως, δεν αποτελεί αθώωση ούτε ανατροπή της καταδίκης. Σημαίνει ότι ολοκλήρωσε την ποινή που του επιβλήθηκε και πλέον βρίσκεται εκτός φυλακής. Και αυτό είναι μια κρίσιμη διάκριση, ιδιαίτερα σε μια στιγμή που η πολιτική συζήτηση γύρω από την πιθανή επιστροφή του έχει ήδη αρχίσει.


Από τη Χρυσή Αυγή στους «Σπαρτιάτες»


Η φυλακή δεν εξαφάνισε την πολιτική του παρουσία. Ο Κασιδιάρης συνέχισε να διατηρεί επαφή με ένα τμήμα του ακροδεξιού ακροατηρίου και να παρεμβαίνει πολιτικά μέσα από το διαδίκτυο. Το 2023 επιχείρησε να συμμετάσχει στις εθνικές εκλογές μέσω του «Εθνικού Κόμματος – Έλληνες». Ο Άρειος Πάγος, όμως, απέκλεισε το κόμμα από τις εκλογές, εφαρμόζοντας το νέο νομικό πλαίσιο που είχε ψηφιστεί για να εμποδίζεται η εκλογική κάθοδος κομμάτων που συνδέονται με πρόσωπα καταδικασμένα για σοβαρά αδικήματα και ειδικά για εγκληματική οργάνωση.


Η πολιτική ιστορία, όμως, δεν τελείωσε εκεί. Στις εκλογές του Ιουνίου 2023 οι «Σπαρτιάτες» μπήκαν στη Βουλή, συγκεντρώνοντας 4,68% και εκλέγοντας 12 βουλευτές. Η στήριξη του Κασιδιάρη προς το κόμμα είχε παίξει σημαντικό ρόλο στην εκλογική του άνοδο. Η σχέση αυτή έγινε ακόμη πιο ξεκάθαρη το επόμενο διάστημα, όταν ο Άρειος Πάγος, εξετάζοντας τη συμμετοχή των «Σπαρτιατών» στις ευρωεκλογές του 2024, έκρινε ότι πίσω από την επίσημη ηγεσία του Βασίλη Στίγκα βρισκόταν στην πραγματικότητα ο Κασιδιάρης. Οι «Σπαρτιάτες» αποκλείστηκαν τελικά από τις ευρωεκλογές.


Αυτό έχει σημασία και για το σήμερα. Γιατί η προηγούμενη προσπάθεια του Κασιδιάρη να επιστρέψει στην εκλογική πολιτική δεν ήταν θεωρητική. Ήταν μια πραγματική προσπάθεια να βρεθεί πολιτικό όχημα που θα μπορούσε να ξεπεράσει τα νομικά εμπόδια. Και τώρα, μετά την αποφυλάκισή του, το ίδιο ερώτημα επιστρέφει ακόμη πιο έντονα: με ποιον τρόπο θα προσπαθήσει να βρεθεί ξανά σε ψηφοδέλτιο και, κυρίως, αν θα καταφέρει να μετατρέψει την προσωπική του δημοφιλία σε κοινοβουλευτική δύναμη.


Η δικηγόρος του υποστηρίζει ήδη ότι έχει βρεθεί νομική φόρμουλα για την κάθοδό του στις επόμενες εκλογές, ενώ ο ίδιος ανακοίνωσε τη δημιουργία νέου πολιτικού κόμματος. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η συμμετοχή του στις επόμενες εκλογές είναι δεδομένη. Υπάρχουν νομικά και εκλογικά ζητήματα που θα κριθούν στην πορεία. Η πολιτική πρόθεση, όμως, είναι πλέον απολύτως ξεκάθαρη.


Η Ευρώπη έχει ήδη αλλάξει


Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ανησυχητικό κομμάτι της ιστορίας. Ο Κασιδιάρης επιστρέφει σε μια διαφορετική Ευρώπη από εκείνη που άφησε πίσω του. Τα τελευταία χρόνια, κόμματα της ριζοσπαστικής και άκρας δεξιάς έχουν καταγράψει σημαντικές εκλογικές επιτυχίες σε μια σειρά από ευρωπαϊκές χώρες. Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, οι θέσεις για τη μετανάστευση, την εθνική ταυτότητα και την ασφάλεια έχουν γίνει πιο σκληρές και έχουν έρθει πιο κοντά στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης.


Η πιο πρόσφατη εικόνα έρχεται από τη Γερμανία. Στις εκλογές της Σαξονίας-Άνχαλτ τον Σεπτέμβριο του 2026, η AfD έφτασε περίπου στο 44%, καταγράφοντας ιστορική νίκη και αναδεικνυόμενη πρώτη σε γερμανικό κρατίδιο. Το αποτέλεσμα προκάλεσε πολιτικό σεισμό στη χώρα, καθώς το κόμμα βρέθηκε πολύ κοντά στην απόλυτη πλειοψηφία και ανάγκασε τα υπόλοιπα κόμματα να αντιμετωπίσουν ξανά το ζήτημα του λεγόμενου «τείχους προστασίας» απέναντι στην AfD.


Την ίδια στιγμή, στη Γαλλία η Μαρίν Λεπέν εξακολουθεί να αποτελεί κεντρική φιγούρα της γαλλικής δεξιάς, ενώ στην Ιταλία η Τζόρτζια Μελόνι έχει ήδη αποδείξει ότι ένα κόμμα που προέρχεται από τη μεταφασιστική παράδοση μπορεί να φτάσει στην κυβέρνηση και να παραμείνει στο κέντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής. Η σημερινή ευρωπαϊκή ακροδεξιά δεν εμφανίζεται πάντα με το πρόσωπο που είχε πριν από τριάντα ή σαράντα χρόνια. Έχει αλλάξει λεξιλόγιο, εικόνα και στρατηγική. Συχνά μιλά περισσότερο για σύνορα, ασφάλεια, ακρίβεια και «εθνική κυριαρχία» και λιγότερο με τη γλώσσα των παλιών ανοιχτά νεοναζιστικών κινημάτων.


Αυτό όμως είναι που κάνει την κατάσταση ακόμη πιο περίπλοκη. Η πολιτική κανονικοποίηση δεν συμβαίνει απαραίτητα μέσα από μια απότομη επιστροφή στα σύμβολα του παρελθόντος. Μπορεί να συμβεί μέσα από την καθημερινότητα. Μέσα από την οργή για την ακρίβεια, τον φόβο για τη μετανάστευση, την απογοήτευση από τα παραδοσιακά κόμματα και την αίσθηση ότι «κανείς δεν ακούει». Εκεί βρίσκουν χώρο οι πιο ακραίες πολιτικές δυνάμεις.


Μπορεί πραγματικά να επιστρέψει στη Βουλή;


Η απάντηση σήμερα δεν είναι απλή. Το γεγονός ότι ο Κασιδιάρης αποφυλακίστηκε δεν σημαίνει αυτομάτως ότι μπορεί να κατέβει στις εκλογές χωρίς περιορισμούς. Το 2023 ο Άρειος Πάγος είχε αποκλείσει το κόμμα του και στη συνέχεια είχε μπλοκάρει και την προσπάθεια να εμφανιστεί με διαφορετική μορφή στις εκλογές. Η νομοθεσία που ψηφίστηκε μετά την καταδίκη της Χρυσής Αυγής εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό εμπόδιο.


Από την άλλη πλευρά, ο ίδιος και η νομική του ομάδα υποστηρίζουν ότι υπάρχει τρόπος να συμμετάσχει στις επόμενες εκλογές. Ο ίδιος ανακοίνωσε τη δημιουργία νέου πολιτικού κόμματος και παρουσίασε την επιστροφή του ως πολιτικό σχέδιο. Το αν αυτό το σχέδιο θα μπορέσει να περάσει από τον Άρειο Πάγο, αν θα υπάρξουν νέες νομικές προσφυγές και αν τελικά θα βρεθεί εκλογικό όχημα είναι ζητήματα που θα φανούν τους επόμενους μήνες.


Αλλά υπάρχει και κάτι βαθύτερο. Ακόμη κι αν ο Κασιδιάρης δεν καταφέρει να κατέβει στις εκλογές, η πολιτική του επιρροή δεν εξαφανίζεται αυτομάτως. Το 2023 απέδειξε ότι ένα ακροδεξιό κόμμα που συνδέθηκε πολιτικά μαζί του μπορούσε να περάσει το όριο του 3% και να βρεθεί στη Βουλή. Το 2024 απέδειξε επίσης ότι οι θεσμοί μπορούν να παρέμβουν όταν διαπιστώνουν ότι μια τέτοια σχέση παραβιάζει το εκλογικό πλαίσιο.


Το πραγματικό ερώτημα είναι τι θα φέρει το αύριο


Ένας άνθρωπος που καταδικάστηκε ως ηγετικό στέλεχος μιας εγκληματικής οργάνωσης βγήκε από τη φυλακή και βρήκε ανθρώπους να τον περιμένουν, να τον χειροκροτούν και να τον αντιμετωπίζουν σαν πολιτικό που επιστρέφει. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ελληνική κοινωνία τον υποστηρίζει συνολικά. Δεν σημαίνει καν ότι μπορεί να επαναλάβει την εκλογική επίδοση του παρελθόντος. Σημαίνει, όμως, ότι υπάρχει ένα τμήμα της κοινωνίας που εξακολουθεί να τον βλέπει ως πολιτική επιλογή.


Και ίσως εδώ βρίσκεται η πιο δύσκολη πλευρά της σημερινής ημέρας. Οι δημοκρατίες δεν δοκιμάζονται μόνο όταν απαγορεύουν κάτι. Δοκιμάζονται και όταν πρέπει να αντιμετωπίσουν πολιτικά πρόσωπα που επιστρέφουν μέσα από τους κανόνες τους. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο νομική. Χρειάζεται να είναι και πολιτική. Χρειάζεται να καταλάβουμε γιατί άνθρωποι που κάποτε ψήφισαν Χρυσή Αυγή, αργότερα Σπαρτιάτες ή άλλους σχηματισμούς της άκρας δεξιάς συνεχίζουν να αναζητούν εκπροσώπηση σε αυτόν τον χώρο.


Γιατί αν υπάρχει ένα μάθημα από την Ευρώπη των τελευταίων ετών, είναι ότι η ακροδεξιά δεν εξαφανίζεται επειδή αποκλείεται από μία εκλογική αναμέτρηση. Μπορεί να αλλάξει όνομα, να αλλάξει πρόσωπα, να βρει νέο κόμμα και να επιστρέψει όταν το πολιτικό περιβάλλον γίνει ευνοϊκότερο. Η AfD στη Γερμανία, η Λεπέν στη Γαλλία και η Μελόνι στην Ιταλία δείχνουν με διαφορετικούς τρόπους ότι ο χώρος αυτός δεν αποτελεί πλέον μια περιθωριακή υποσημείωση της ευρωπαϊκής πολιτικής.


Ο Κασιδιάρης, λοιπόν, επιστρέφει. Το αν θα επιστρέψει και στη Βουλή είναι ακόμη ανοιχτό. Το πιο ανησυχητικό ερώτημα, όμως, είναι άλλο: τι είδους πολιτικό τοπίο θα βρει μπροστά του όταν έρθει η ώρα της επόμενης κάλπης;


Γιατί μπορεί να μην είναι μόνο ο Κασιδιάρης που επιστρέφει. Μπορεί να επιστρέφει μια ολόκληρη πολιτική γλώσσα που κάποτε θεωρήσαμε ότι η Ελλάδα είχε αφήσει πίσω της.


Και αυτή τη φορά, ίσως χρειαστεί να αναρωτηθούμε όχι μόνο αν η ιστορία επαναλαμβάνεται, αλλά αν εμείς έχουμε μάθει πραγματικά κάτι από αυτήν.

Σχόλια


bottom of page