top of page

«Ο Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς»: Μια μέρα ξυπνάς στο κέντρο της δικής σου θεατρικής σκηνής


«Κάποτε υπήρχε φως, τώρα υπάρχει σκοτάδι. Κάποτε ήμουν εδώ, τώρα είμαι εκεί πέρα! Πού;». Όλα κυλούν φυσικά στην καθημερινότητα του καταξιωμένου δικαστικού Ιβάν Ίλιτς: καριέρα, γάμος, κοινωνικές συναναστροφές, όλα συγχρονίζονται στον καθορισμένο ρυθμό της ευπρέπειας. Ώσπου μια αρρώστια, χωρίς σαφή ορισμό, έρχεται να εγκατασταθεί στο σώμα του. Μια αργή, διαπεραστική ενόχληση στα πλευρά τον βυθίζει στην –όπως την αποκαλεί–μαύρη τρύπα. Στο μέρος όπου επικρατεί ημίφως ακριβώς επειδή το παρελθόν δεν διασώζει και το μέλλον δεν προδιαγράφεται.


Ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ο κεντρικός ήρωας για πρώτη φορά παρατηρεί όσα για καιρό έχτιζε: τους άθικτους πίνακες, τις κεντημένες ταπετσαρίες, τα πολύτιμα αντικείμενα. Ανάμεσα στα στολίδια του σπιτιού εντοπίζει και τους συνεκτικούς κρίκους του νοήματος: μια δικαστική πορεία που καταξιώθηκε πλάι στις κοινωνικές απαιτήσεις. Έναν γάμο που επιβιώνει χάρη στους τύπους αντί στα αισθήματα. Έναν κύκλο φίλων τόσο ευρύ όσο και

ανύπαρκτο. 


Ξαφνικά, όλα τα πρόσωπα που τον πλαισίωναν, ξεφοντάρουν από το κάδρο της πραγματικότητας και τοποθετούνται στη βάση μιας σκηνής. Μοιάζουν με ηθοποιούς που περιφέρονται, αλλάζουν στάσεις και εκφράσεις ανάλογα με τις απαιτήσεις του σεναρίου. Μέσω ενός εσωτερικού μονολόγου που παρεμβάλλεται της τριτοπρόσωπης αφήγησης, ο Ιβάν Ιλίτς κοιτάει την όψη του για να καταλάβει πως εκεί δεν επιζεί τίποτα πέρα από κόκκαλα και ύλη. Κι η παράσταση στην οποία παίζει αποτελεί δικό του δημιούργημα.


 

Οι εκατό αυτές σελίδες συμπυκνωμένης ουσίας γράφονται το 1882 για να εκδοθούν τελικά τέσσερα χρόνια αργότερα. Κι ο Ρώσος δημιουργός τους, ισορροπώντας στη λεπτή ειρωνεία του ύφους, εξερευνά το νόημα που δημιουργούν: η προσωπική επιθυμία καταρρέει, το καθήκον του «σωστού» ταυτίζεται με την ηθική κι η αρρώστια λειτουργεί πιο αποκαλυπτικά από τον ίδιο τον θάνατο. Γιατί αυτό το συναίσθημα του πόνου κατασταλάζει ως το πιο αυθεντικό, ως το μόνο ισχυρό σε μια χρόνια και κατασταλαγμένη ροή απάθειας.


Στο επίμετρο που επιμελείται η Βιργινία Γαλανοπούλου (Εκδόσεις Ροές), επιχειρείται μια προσπάθεια ανάλυσης της διαδικασίας συγγραφής. Το πρώτο έναυσμα αντλείται από την είδηση θανάτου του Ιβάν Ιλίτς Μέτσνικοφ, ενός δικαστικού από την περιφέρεια της Τούλα. Όπως ο ήρωας του βιβλίου, έτσι κι αυτός πεθαίνει από μια βαριά αρρώστια. Τις τελευταίες μέρες του κοιτάει πίσω και οι σκέψεις που δημιουργεί για το παρελθόν είναι σαφείς: δεν αρκούν για τον χαρακτηρισμό της ζωής του ως πλήρους. Ο Τολστόι γνωρίζεται μαζί του σε προσωπικό επίπεδο και εμπνεόμενος από το βίωμα του, γεννά την ιστορία. Αν και η αφήγηση πλάθεται γύρω από μια κυρίαρχη φιγούρα, καταλήγει να φτιάχνει μια συλλογή από συλλογικές αγωνίες, αυταπάτες και συνειδητοποιήσεις της ανθρώπινης φύσης.

 

Στο τέλος, κανένα τραγικό συμπέρασμα δεν υπερισχύει της φυσικότητας των πραγμάτων. Ο άνθρωπος μέσα στις πολλές εμπειρίες, βιώνει κι αυτή του θανάτου. Όχι ως μια ανεξήγητη και δραματική συνθήκη αλλά ως ένα σταμάτημα της ανάσας μετά το τέντωμα του κορμιού. Αφού ο τρόμος δεν κρύβεται στη γνώση του τέλους αλλά στην αίσθηση πως η διαδρομή δεν βάρυνε με την αξία της ευτυχίας, όπως ο καθένας από εμάς την ορίζει. Αλλά, μήπως κι αυτό που ορίζουμε ως ιδανικό δεν είναι παρά ένα κατασκεύασμα που μας επιβλήθηκε εξωτερικά;

Σχόλια


bottom of page