Όταν η αυτοβελτίωση γίνεται κοινωνικός κανόνας
Ξυπνάς νωρίς, γυμνάζεσαι και τρως «σωστά». Οργανώνεις τη μέρα σου, δουλεύεις πάνω στους στόχους σου και προσπαθείς να εξελίσσεσαι. Και όταν περισσέψει χρόνος, φροντίζεις να ξεκουραστείς κατά προτίμηση με τον «σωστό» τρόπο. Στα social media, η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας μοιάζει να βρίσκεται ένα βήμα μπροστά. Το μήνυμα, τουλάχιστον στην αρχή, είναι αισιόδοξο. Mπορείς να γίνεις καλύτερος. Να ζήσεις πιο υγιεινά, να εξελιχθείς επαγγελματικά, να αποκτήσεις καλύτερες συνήθειες. Τι συμβαίνει όμως όταν το «μπορείς» αρχίζει να ακούγεται σαν «πρέπει»; Η σύγχρονη κουλτούρα της ευεξίας έχει ξεπεράσει τα όρια της γυμναστικής και της διατροφής. Στο TikTok και το Instagram, η αυτοβελτίωση αφορά σχεδόν κάθε πτυχή της ζωής. Morning routines, productivity hacks, συμβουλές καριέρας και περιεχόμενο γύρω από τις σχέσεις συνθέτουν μια συνεχή ροή οδηγιών για το πώς θα μπορούσαμε να ζούμε καλύτερα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αυτοβελτίωση δεν παρουσιάζεται απλώς ως δυνατότητα αλλά σταδιακά μετατρέπεται σε πρότυπο για το τι θεωρείται φυσιολογικό και επιθυμητό.
Ο νέος που ανοίγει το κινητό δεν συγκρίνει τον εαυτό του με έναν μόνο άνθρωπο. Μέσα σε λίγα λεπτά μπορεί να δει κάποιον με το σώμα που θα ήθελε, κάποιον άλλο με την επαγγελματική επιτυχία που επιδιώκει και έναν τρίτο να παρουσιάζει μια φαινομενικά τέλεια σχέση. Κάπως έτσι δημιουργείται μια ιδιαίτερη μορφή κοινωνικής σύγκρισης. Δεν συγκρινόμαστε απαραίτητα με έναν πραγματικό άνθρωπο, με τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις του, αλλά με ένα ψηφιακό «κολάζ» από τα καλύτερα χαρακτηριστικά πολλών διαφορετικών ατόμων. Το σώμα του ενός, η καριέρα του άλλου, η σχέση ενός τρίτου και η πειθαρχία ενός τέταρτου συνδυάζονται σε έναν ιδανικό εαυτό απέναντι στον οποίο ο πραγματικός εαυτός δύσκολα μοιάζει αρκετός.
Όπως επισημαίνει η κλινική ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια Έλενα Σπυροπούλου, η συνεχής έκθεση στις «ιδανικές» ζωές των social media μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την αυτοεκτίμηση και την αυτοεικόνα των νέων. Διευκρινίζει, ωστόσο, ότι τα κοινωνικά δίκτυα δεν αποτελούν από μόνα τους την αιτία μιας χαμηλής αυτοεκτίμησης. Λειτουργούν περισσότερο ως επιβαρυντικός παράγοντας μέσα σε ένα σύνθετο πλέγμα προσωπικών και ψυχοκοινωνικών επιρροών. Η επίδρασή τους όμως, δεν περιορίζεται στην άμεση σύγκριση με τους άλλους. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η επαναλαμβανόμενη έκθεση στα ίδια πρότυπα συμπεριφοράς. Όταν συγκεκριμένες εικόνες εμφανίζονται ξανά και ξανά στο feed παύουν σταδιακά να μοιάζουν με επιλεγμένες στιγμές καθημερινότητας και αρχίζουν να λειτουργούν ως σημεία αναφοράς για το τι θεωρείται «φυσιολογικό». Κάπου εδώ, η κοινωνική σύγκριση συναντά τη δύναμη των κοινωνικών κανόνων. Αυτό που φαίνεται ότι «κάνουν όλοι» μπορεί εύκολα να εκληφθεί ως αυτό που θα έπρεπε να κάνουμε και εμείς.

Η διατροφολόγος Νικολέτα Αδαμίδη εντοπίζει την ίδια πίεση στο lifestyle που προβάλλεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όπως σημειώνει, η συνεχής έκθεση σε πρότυπα επιτυχίας και αυτοβελτίωσης μπορεί να δημιουργήσει την αίσθηση ότι «πρέπει να κάνεις καλύτερα πράγματα για την ηλικία σου» και να μας απομακρύνει από το να αναγνωρίζουμε «πού είμαστε εμείς». Η διατροφή είναι ένα από τα πεδία όπου αυτή η πίεση γίνεται πιο ορατή. Clean δίαιτες, cheat meals, συμπληρώματα και αυστηρές ρουτίνες συνδέουν συχνά το φαγητό με την πειθαρχία και τον αυτοέλεγχο, διαμορφώνοντας ένα πρότυπο του «σωστού» τρόπου διατροφής. Στο γραφείο της συναντά ανθρώπους που έχουν ήδη υιοθετήσει τέτοιες αντιλήψεις, από το ζεστό νερό με λεμόνι μέχρι την απαγόρευση των “κακών” υδατανθράκων ειδικά το βράδυ. Όταν η καθημερινή διατροφή απέχει από αυτή την ιδανική εικόνα, η σύγκριση μπορεί να μετατραπεί σε μέτρο αυτοαξιολόγησης. Η ίδια λογική επεκτείνεται και στην παραγωγικότητα, όπου η ημέρα πρέπει να «αξιοποιηθεί» και η πρόοδος να μετριέται. Ακόμη και η ψυχική υγεία εντάσσεται σταδιακά σε αυτή τη λογική, μέσα από έννοιες όπως boundaries, healing και emotional intelligence. Έννοιες πολύτιμες, που όμως μέσα σε ένα περιβάλλον συνεχούς αυτοβελτίωσης κινδυνεύουν να μετατραπούν από εργαλεία φροντίδας σε ακόμη ένα πρότυπο για το πώς «θα έπρεπε» να είμαστε.
Έτσι προκύπτει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παράδοξα της wellness culture. Ακόμη και η φροντίδα του εαυτού μπορεί να μετατραπεί σε μορφή επίδοσης. Δεν αρκεί να ξεκουραστείς, υπάρχει το «σωστό» self-care. Δεν αρκεί να περπατήσεις, μπορείς να μετρήσεις τα βήματά σου. Δεν αρκεί να κοιμηθείς, μπορείς να παρακολουθήσεις την ποιότητα του ύπνου σου. Η αυτοφροντίδα, δηλαδή, μπορεί να πάψει να λειτουργεί ως αντίβαρο στην πίεση και να ενταχθεί στην ίδια λογική μέτρησης και αξιολόγησης. Κάπως έτσι, αυτό που ξεκινά ως εξωτερικό κοινωνικό πρότυπο μπορεί σταδιακά να εσωτερικευθεί. Η πίεση μεταφέρεται από την οθόνη στον εσωτερικό διάλογο: Γυμνάστηκα αρκετά; Έφαγα σωστά; Δούλεψα όσο έπρεπε; Προχωράω επαγγελματικά; Κάνω αρκετά για την ψυχική μου υγεία; Η σύγκριση δεν χρειάζεται πλέον να γίνεται τη στιγμή που κοιτάμε την οθόνη. Τα κριτήρια έχουν ήδη γίνει δικά μας.
Η παραγωγικότητα είναι μόνο μία πτυχή της ζωής και όχι το μέτρο της προσωπικής μας αξίας. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι η άσκηση, η ισορροπημένη διατροφή, η φιλοδοξία ή η φροντίδα της ψυχικής υγείας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πότε αυτές παραμένουν προσωπικές επιλογές και πότε μετατρέπονται σε κοινωνικές προσδοκίες που καθορίζουν το αν αισθανόμαστε επαρκείς. Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη πρόκληση για τους νέους να μην είναι να σταματήσουν να επιδιώκουν την εξέλιξη, αλλά να αναγνωρίζουν πότε ένας στόχος είναι πραγματικά δικός τους και πότε αντανακλά ένα πρότυπο που επαναλαμβάνεται καθημερινά στην οθόνη τους. Γιατί σε έναν ψηφιακό κόσμο όπου υπάρχει πάντα μια καλύτερη εκδοχή του σώματος, της καριέρας, της διατροφής και του ίδιου μας του εαυτού, η αίσθηση ότι είμαστε «αρκετοί» γίνεται όλο και πιο δύσκολη.
Και ίσως αυτό να είναι το βασικό ερώτημα που αφήνει πίσω της η κουλτούρα της διαρκούς αυτοβελτίωσης: αν κάθε πτυχή της ζωής μετατρέπεται σε ένα ακόμη project προς βελτιστοποίηση, πότε ακριβώς επιτρέπεται απλώς να τη ζήσουμε;




Σχόλια