top of page

CineWars Oscar Edition: "One Battle After Another"

CineWars Oscar Edition: Mια νέα σειρά κριτικών με αφορμή τις φετινές υποψηφιότητες για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Δύο συντάκτες, δύο διαφορετικές οπτικές, δέκα ταινίες. Για καθεμία από τις υποψήφιες θα δημοσιεύονται δύο ξεχωριστές κριτικές, επιχειρώντας όχι να καταλήξουμε σε μια «σωστή» ανάγνωση, αλλά να αναδείξουμε τον διάλογο που μπορεί να γεννήσει το ίδιο έργο.


Συνέχεια έχει το One Battle After Another, για το οποίο καταθέτουμε τη δική μας ανάλυση, προσωπική πρόσληψη και τη συνολική αποτίμηση της οσκαρικής δεκάδας. Στόχος μας είναι να παρακολουθήσουμε αυτή τη διαδρομή βήμα βήμα, φωτίζοντας κάθε ταινία μέσα από δύο παράλληλες αναγνώσεις.



Πολλές οι μάχες, μια η νίκη του Βαγγέλη Κοντογούρη


Μια μάχη μετά την άλλη παρακολουθούμε αποστομωμένοι στη θριαμβική, genre-bending ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον One Battle After Another, μια ταινία με καυστικό σχολιασμό για τη τραμπική Αμερική, σε μια στιγμή που η τελευταία, κυριολεκτικά, φλέγεται.


Όλα ξεκινούν με την Περφίντια Μπέβερλι Χίλς, μια badass μαύρη γυναίκα, πιο σκληροπυρηνική από οποιοδήποτε λευκό απόβρασμα κυβερνά την Αμερική αυτή τη στιγμή, που ηγείται του French 75, ενός ακροαριστερού, αντιστασιακού γκρούπ που οργανώνει μια σύγχρονη Επανάσταση. Σε μια από τις επιχειρήσεις τους, η Περφίντια συναντά μία χιτλερική καρικατούρα, τον Διοικητή Στίβεν Λόκτζο, ο οποίος παρά τις ρατσιστικές του πεποιθήσεις φαίνεται να έχει ένα μεγάλο φετίχ με την συγκεκριμένη γυναίκα. Είναι η περίσταση; Είναι το γεγονός ότι ξαφνικά από Συνταγματάρχης γίνεται, για μερικά λεπτά απόλαυσης, το σκυλάκι της; Κανείς δε ξέρει. Αυτό που είναι σίγουρο είναι

πως ο Λόκτζο έχει δαγκώσει τη λαμαρίνα με το λάθος άτομο.


Η Περφίντια είναι τόσο σκληροπυρηνική που όταν γεννάει, παρατάει τον Πάτ Καλχούν και το νεογέννητο μωρό της, τη Σαρλίν, συλλαμβάνεται και μπαίνει φυλακή. Μπορεί να φαίνεται αρκετά εγωίστρια με αυτήν την κίνηση, κάπως έτσι, όμως, ξεκινάει μια ενδιαφέρουσα σχέση πατέρα-κόρης. Ύστερα από δεκαέξι χρόνια ο Πάτ και η Σαρλίν, πλέον Μπόμπ και Γουίλα, ζουν μόνοι τους σε μια απομονωμένη πόλη της Αμερικής, μακριά από τον κίνδυνο και την τρέλα στην οποία ζούσε ο πατέρας της στα ένδοξα χρόνια του. Ο Μπόμπ έχει αφήσει τον χρόνο να τον ποδοπατήσει και το ρίχνει στα ναρκωτικά, κάνοντας τον ολίγον τι παρανοϊκό. Παρ’ όλα αυτά, μέσα σε όλη αυτή τη παράνοια, έχει καταφέρει όχι μόνο να ειδωλοποιήσει την Περφίντια στη κόρη της, αλλά και να προετοιμάσει τη μικρή του για το τι εστί Στίβεν Λόκτζο.


Στο μεσοδιάστημα, ο, πλέον Συνταγματάρχης, Λόκτζο, μάλλον ζηλεύει το ομαδικό πνεύμα των French 75, καθώς εκδηλώνει τεράστια τιμή όταν ένα μάτσο λευκοί άντρες με καλούς τρόπους αλλά υποχθόνια πλάνα, του προσφέρουν μια θέση στο δικό τους κλάμπ, το “Christmas Adventure Club”. Η χαρά του τόσο μεγάλη, λες και πάει παιδάκι σε εξωσχολικό κλάμπ ρομποτικής με όλα τα διάσημα παιδία του σχολείου του. Όπως και ο τωρινός, πορτοκαλομάλλης πρωθυπουργός, κατά τη θητεία του οποίου πραγματοποιούνται πολεμικά edits στο TikTok, τα μέλη αυτού του κλάμπ, για να δεχθούν τον Λόκτζο, απαιτούν την απόλυτη «αμερικανική καθαρότητα». Και κάπου εκεί, η καρικατούρα του Χίτλερ ξέρει πως την έχει βάψει. Βλέπεις, καμία ανάμειξη με μαύρους δεν είναι αποδεκτή σε αυτή τη «λέσχη» και έτσι ο φόβος του Λόκτζο ότι η Γούιλα ίσως και να είναι κόρη του φουντώνει. Έτσι, λοιπόν, πάει να βρει την υποτιθέμενη κόρη του, την αντάρτισσα Γούιλα, για την οποία, από τη μια μέρα στην άλλη, ένας νέος κόσμος ξεδιπλώνεται μπροστά της. Είναι πολλά αυτά που πρέπει να διαχειριστεί, αλλά έχει πάρει από τη μάνα της και αντιστέκεται, παλεύει με νύχια και με δόντια προκειμένου να αποδράσει από τον σατανικό και ρατσιστή, υποτιθέμενο βιολογικό, της πατέρα. Το “One Battle After Another” λειτουργεί, και αυτό χάριν στους ηθοποιούς του. Η Κασάντρα Κουλουκούντις μάλλον θα είχε τα κέφια της όταν ανέλαβε το κάστινγκ της ταινίας χαρίζοντας στον Λεονάρντο Ντι Κάπριο μια από τις καλύτερες του κινηματογραφικές στιγμές. Ο ρόλος του Μπόμπ είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του, με το χιούμορ και αυτή τη παράνοια να τον διακατέχει σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Όσον αφορά το κάστινγκ, επίσης, δε θα μπορούσα να σκεφτώ καλύτερη επιλογή από την Τειάνα Τέιλορ για τον ρόλο της Περφίντια. Δυναμική, αμετανόητη και σκληρή, η Τειάνα απογειώνει με όλη την έννοια της λέξης τον χαρακτήρα της. Ο Σον Πεν αηδιαστικά καλός, σε σημείο που θέλεις να σηκωθείς να φύγεις όταν τον βλέπεις να μεταφέρει όλη αυτή τη δήθεν λευκή ανωτερότητα. Παράλληλα δεν πρέπει να παραληφθούν και οι ερμηνείες του Μπενίσιο Ντελ Τόρο και της Τσέις Ινφίνιτι, δύο ερμηνείες που αποτελούν πολύ σημαντικά λιθαράκια στη δημιουργία αυτού του έργου.


Όλο αυτό το ατελείωτο κυνηγητό, αυτή η μια μάχη που έπεται της επόμενης, είναι άκρως

δελεαστική και ατέρμονα ενδιαφέρουσα, με στιγμές που αξίζουν όντως να σε φέρνουν στην άκρη της θέσης σου. Ο Πολ Τόμας Άντερσον έχει καταφέρει να πάρει ένα αξιοσημείωτο ρίσκο, δημιουργώντας μια βαθιά πολιτική ταινία σε καιρούς δύσκολους. Ήδη μετά την κυκλοφορία της, ακροδεξιοί σχολιαστές κατέκριναν την ταινία, υποστηρίζοντας ότι η ταινία λειτουργεί ως «απολογία για τη ριζοσπαστική αριστερή τρομοκρατία». Η κριτική είναι προβλέψιμη, ειδικά μετά από ένα τέτοιου είδους φιλμ, το γεγονός, όμως, ότι είναι τόσο επιδερμική, δείχνει πως είμαστε πράγματι πολλά βήματα πίσω.



An Anderson one της Μάγδας Καραβασιλείου

Στα γνωστά του λημέρια ο Anderson, με μια αχτύπητη κυκλοφορία, κάνει τους θεατές και τους καλλιτέχνες της κινηματογραφικής σκηνής να αναρωτιούνται: πώς είναι να μην γνωρίζεις την ήττα; Με μια έντονη νότα της αγαπημένης μας κατάκρισης της κοινωνικοπολιτικής κατάστασης των Ηνωμένων Πολιτειών χτυπά ξανά με all time classic cast -Leonardo DiCaprio, Benicio del Toro, Sean Penn, αλλά και νεόφερτους αστέρες (Chase Infinity). Εκκινεί με έντονη δράση και κλείνει με τον ίδιο τρόπο.


Το σημείο όπου η ταινία αποκτά το ουσιαστικό της βάρος είναι το σενάριό. Πίσω από τον γρήγορο ρυθμό, ενσωματώνεται ένας έντονος πολιτικός σχολιασμός γύρω από τη σύγχρονη αμερικανική πραγματικότητα. Οι πολιτικοί και οι στρατιωτικοί θεσμοί παρουσιάζονται συχνά με μια ειρωνική απόσταση, σαν μηχανισμοί που αναπαράγουν συνεχώς αρνητικά πρότυπα και νέες συγκρούσεις, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο εξουσίας και κρίσεων. Η ταινία αγγίζει ζητήματα ρατσισμού και μεταναστευτικής ταυτότητας, δίνοντας χώρο σε χαρακτήρες που βρίσκονται στο περιθώριο του αμερικανικού συστήματος. Μέσα από αυτούς, ο Anderson υπογραμμίζει τις αντιφάσεις μιας κοινωνίας που προβάλλει την ιδέα της ελευθερίας, ενώ διατηρεί βαθιά ριζωμένες ανισότητες. Το αποτέλεσμα είναι ένα σενάριο που, χωρίς να χάνει τον ρυθμό της δράσης, αφήνει σαφείς κοινωνικές και πολιτικές αιχμές.


Έτσι, το One Battle After Another λειτουργεί όχι μόνο ως ένα έντονο κινηματογραφικό θέαμα, αλλά και ως μια έμμεση παρατήρηση πάνω στις συγκρούσεις, τις προκαταλήψεις και τις πολιτικές εντάσεις της σύγχρονης Αμερικής.


Το έργο αυτό του Anderson θα μπορούσε να διατηρήσει μια απλή σκηνοθεσία με τυπικά πλάνα ταινίας δράσης και πάλι να πετύχει. Αντιθέτως, ο ίδιος, το πηγαίνει ακόμα παραπέρα και χρησιμοποιεί την εικόνα για να διαφοροποιηθεί από οποιαδήποτε άλλη αντίστοιχη κυκλοφορία δράσης. Ατελείωτα πλάνα σε σκηνές καταδίωξης με αυτοκίνητα, που οδηγούν τον θεατή να γελάει με την επίφοβη κατάσταση των χαρακτήρων.


Η βαθύτατη οικοδόμηση των χαρακτήρων διαφοροποιεί σημαντικά τη δουλειά των σεναριογράφων και των υπόλοιπων μελών της παραγωγής από κυκλοφορίες αντίστοιχων προδιαγραφών. Οι κύριοι χαρακτήρες και ιδιαίτερα οι δευτερεύοντες πείθουν τον θεατή ότι υπάρχουν εκεί έξω και είναι γραμμένοι με τόση λεπτομέρεια που προσωπικά δεν γνωρίζω αν θα μπορούσα να κατασταλάξω σε ποιον να έδινα υποψηφιότητα Β’ Γυναικείου ή Ανδρικού Ρόλου.


Η αναγνώριση που λαμβάνει ο Sean Penn και η Teyana Taylor θα άρμοζε καλύτερα να παραχωρηθεί στους Benicio del Toro και Chase Infinity, καθώς ο Paul Thomas έχει δημιουργήσει τον πιο κωμικό και ενδιαφέρον side character και αντίστοιχα έχει δώσει την ευκαιρία της ζωής της στην επερχόμενη ηθοποιό. Το λιγότερο που δύναται να ειπωθεί ότι η Chase αξιοποίησε στο έπακρο την ευκαιρία αυτή και διαισθάνομαι ήδη να την γλυκοκοιτάζουν εξίσου μεγάλοι σκηνοθέτες.


Η οπτική αυτή και οι ατελείωτοι έπαινοι δε με περιορίζουν από την έκφραση της πραγματικής άποψης που έχτισα, αφού παρακολούθησα πολλές από τις κυκλοφορίες του 2025 όπως και τις περισσότερες κυκλοφορίες του σκηνοθέτη διαχρονικά. Παρά το γεγονός ότι το One Battle After Another είναι σχεδόν τέλειο σε όλα τα επίπεδα, προσωπικά δεν το βλέπω ως την καλύτερη ταινία της χρονιάς· θα προτιμούσα να τιμηθούν παλαιότερες δουλειές του Anderson, που με έχουν συγκλονίσει περισσότερο, ακόμα κι αν αναγνωρίζω πλήρως την αριστουργηματική του εκτέλεση εδώ.



Σχόλια


bottom of page