top of page

CineWars Oscar Edition: "Bougonia"


CineWars Oscar Edition: Mια νέα σειρά κριτικών με αφορμή τις φετινές υποψηφιότητες για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Δύο συντάκτες, δύο διαφορετικές οπτικές, δέκα ταινίες. Για καθεμία από τις υποψήφιες θα δημοσιεύονται δύο ξεχωριστές κριτικές, επιχειρώντας όχι να καταλήξουμε σε μια «σωστή» ανάγνωση, αλλά να αναδείξουμε τον διάλογο που μπορεί να γεννήσει το ίδιο έργο.


Συνέχεια έχει το Bugonia, για το οποίο καταθέτουμε τη δική μας ανάλυση, προσωπική πρόσληψη και τη συνολική αποτίμηση της οσκαρικής δεκάδας. Στόχος μας είναι να παρακολουθήσουμε αυτή τη διαδρομή βήμα βήμα, φωτίζοντας κάθε ταινία μέσα από δύο παράλληλες αναγνώσεις.



"Λάνθιμε εσύ, σουπερστάρ του Βαγγέλη Κοντογούρη.

 

«Ο Λάνθιμος είτε σ’αρέσει, είτε δε σ’αρέσει». Έτσι έχω ακούσει να λένε όταν μιλάνε για τον πρώην μπασκετμπολίστα που κατέληξε να γίνεται πρωταρχικό μέλος του Greek Weird Wave, ενός κινηματογραφικού κινήματος με αρκετά μεγάλη απήχηση στις ημέρες μας. Παρ’ όλα αυτά, εγώ πάντα ένιωθα πως βρίσκομαι στη μέση όλης αυτής της Λανθιμικής μανίας που κυριαρχεί τα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια. Πάντα ενθουσιάζομαι με την ανακοίνωση μιας νέας ταινίας του και πάντα καταλήγω κάπως χαμένος μετά από την προβολή της. Κάπως έτσι αισθανόμουν και για τη φετινή του κινηματογραφική προσφορά ονόματι “Bugonia”, μια ταινία που, και πάλι, με βρήκε στη μέση.

 

Το κόνσεπτ της ταινίας είναι απλό: δύο ψεκασμένα και χημικά ευνουχισμένα ξαδέρφια, ο παρανοϊκός Τέντι και ο αφελής Ντόν, στη προσπάθειά τους να λύσουν την χρόνια απορία αν υπάρχουν εξωγήινοι, απαγάγουν τη Μισέλ, CEO μιας φαρμακευτικής εταιρείας, για να εξιχνιάσουν τούτο το μυστήριο. Η Μισέλ, παρ’ όλη της την προσπάθεια να αντισταθεί, καταλήγει στο υπόγειο αυτών των δύο τιποτένιων, με ξυρισμένο κεφάλι και λευκή αντισταμινική κρέμα σε όλο της το σώμα, παρακαλώντας -με τον δικό της τρόπο- να φύγει από το μπουντρούμι στο οποίο την ρίξανε. Κάπου εκεί ξεκινάει ένα ανελέητο και ατελείωτο ματς πινγκ πόνγκ, μεταφορικά, όχι αλά Μάρτυ Σουπρίμ, στο οποίο ο Τέντι επιτίθεται επανειλημμένα στη Μισέλ με σκοπό να την πείσει να του «ξεράσει το μεγάλο της μυστικό, ενώ εκείνη, μαεστρικά, αποφεύγει κάθε του κατηγορία, με σκοπό να τον πεισμώνει όλο και παραπάνω.

 

Οι διάλογοί τους είναι ποτισμένοι με παράνοια. Είναι δύσκολο να μπορέσεις να παραταχθείς υπέρ του ενός ή του άλλου. Εκεί που υποστηρίζουν κάτι φαινομενικά σωστό, ακολουθεί και η στιγμή που κάθεσαι σκέφτεσαι: «τι άκουσα μόλις;». Τα κοινωνικοπολιτικά σχόλια δε λείπουν από αυτή την οδύσσεια , με τους πρωταγωνιστές να πηγαίνουν back and forth για μια κοινωνία διεφθαρμένη, ιεραρχική, οπού οι δυνατοί κερδίζουν και οι αδύναμοι χάνουν. «Δεν θα κερδίσεις ποτέ γιατί είσαι loser κι εγώ killer. Κι αυτός είναι ο αληθινός γαμημένος κόσμος μας», λέει η Μισέλ στον Τέντι σε μια από τις πιο τεταμένες και έντονες σκηνές του φίλμ.

 

Ο Λάνθιμος κατορθώνει για μια ακόμη φορά να συγκροτήσει μια top-tier ομάδα σε φωτογραφία (Ρόμπι Ράιαν), μουσική (Τζέρσκιν Χέντριξ), σκηνογραφία (Τζέιμς Πράις) και μοντάζ (Γιώργος Μαυροψαρίδης), μια ομάδα που λειτουργεί σαν καλά κουρδισμένο ρολόι και κατάφέρνει να μας εντάξει ωμά σε αυτόν τον δυστοπικό αλλά αληθινό και εξω(γήινο) κόσμο του “Bugonia”.

 

Το “Bugonia”, αν και όχι η καλύτερή του ταινία, είναι μια ακόμη έντονη Λανθιμική περιπέτεια, απολαυστική σε πολλά της σημεία, που ζουλάει το μυαλό των θεατών της σαν αγχολυτικό παιχνίδι, πουσάρωντας την ατζέντα ότι πλέον ζούμε σε μια κοινωνία τόσο αμφιλεγόμενη που δε ξέρεις ποιόν και σε τι να πιστέψεις.



Groupie του Λάνθιμου της Μάγδας Καραβασιλείου.


It's either you get it or you don’t. No in between.


Σε κάθε ταινία αυτός ο άνθρωπος κατορθώνει να πείσει ότι το πιο εμφανές και προβλέψιμο -μα ακραίο- σενάριο δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί και κάθε φορά αποδεικνύεται το αντίθετο. Κινηματογραφική εμπειρία. Ένιωθα υπερήφανη Ελληνίδα. Η μουσική είναι άξια όλων των βραβείων. Ο ίδιος έδωσε στον συνθέτη τέσσερις λέξεις και αυτός έγραψε τις μελωδίες χωρίς να λάβει καμία επιπλέον πληροφόρηση για την πλοκή ή τις σκηνές που θα χρησιμοποιηθούν. Με αυτόν τον τρόπο ακούγοντας το πιο δραματικό, αυθεντικό κομμάτι , παρακολουθούμε τον πρωταγωνιστή να πηγαίνει με το ποδήλατο στον χώρο εργασίας του, χτίζοντας την σκηνή σαν μια παραίσθηση οτι θα κατακτήσει τον κόσμο.


Καταφέρνει μέσα σε 2 ώρες να θίξει με μια γλυκιά ειρωνεία την παραβιαστική συμπεριφορά του ανθρώπου απέναντι στην φύση, την παρανοϊκή συμπεριφορά συνωμοσιολόγων, τους προβληματικούς Αμερικάνους, τις υποτιθέμενες καλές εργασιακές συνθήκες -όπου οι δήθεν woke εργοδότες και CEOs δίνουν δήθεν ελεύθερα ωράρια και βούληση στον εργαζόμενο. Η απλότητα της εικόνας του κινηματογραφικού έργου αρμόζει στην περιπλοκότητα του σεναρίου. Ο Λάνθιμος δηλαδή δεν προσπαθεί, να υπερβεί τον εαυτό του όπως έκανε με το Poor Things. Αντιθέτως διατηρεί σταθερά ενδιαφέροντα πλάνα και κάτι παραπάνω από σωστή χρήση διαφορετικών καμερών.


Η μεγιστη εστίαση στην υποκριτική:. Στην τελική αυτό είναι το σημαντικότερο σημείο για ένα ήδη υπάρχων σενάριο. Ο Jesse Plemons δίνει τα πάντα με μια ερμηνεία που σε πείθει ότι είναι ένας ψεκασμένος ανεμβολίαστος άπλυτος τρελός που για κάποιο λόγο είναι ακόμα ελευθερος και βασανίζει κόσμο αντι να είναι κλεισμένος σε κάποιο φρενοκομείο. Άξια αναφοράς η υποκριτική ικανότητα του Aidan Delbis καθώς δεν τον έχουμε δει στην οθόνη μας ως τώρα. Θεωρώ περιττή την κολακεία της πολυαγαπημένης του, Emma Stone, η οποία έχοντας ήδη καταθέσει όλο της το ταλέντο σε προηγούμενες ταινίες του, δεν διστάζει να το ξανακάνει.


Προσπαθώντας να κατατάξουμε τα έργα του Λλάνθιμου σε κλίμακα περιέργειας, το συγκεκριμένο, αν και άβολο για κάποιους θεατές, θα έμπαινε σε χαμηλή θέση. Ίσως φταίει ότι είναι ήδη βασισμένη σε άλλη παραγωγή και δεν είναι το κλασσικό γράψιμο του σκηνοθέτη που ο μέσος άνθρωπος θεωρεί αδιανόητο να εφεύρει. Ίσως εξέφρασε ήδη αυτήν την πλευρά του στην προηγούμενη παραγωγή του με το Kinds of kindness και ήθελε να προσφέρει ένα έργο στον θεατή για κοινωνικό σχολιασμό χωρίς να χρειάζεται αποκωδικοποίηση.

Το τέλος της ταινίας, η κάθαρσις, είναι προσωπικά αυτό που δίνει την πραγματική μαγεία. Εκεί καθορίζεται η ακριβής συνολική οπτική του θεατή για την ταινία. Τα πλάνα και το CGI από άλλο κόσμο, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ένιωσα μια έντονη απογοήτευση όταν κατάλαβα από που έλειπαν τα πλάνα στον Παρθενώνα και πως θα είχαν αξιοποιηθεί.


Σχόλια


bottom of page