Η εξαφάνιση της κρητικής στην άνθηση της ρητορικής μίσους.
- Μάγδα Καραβασιλείου
- πριν από 2 ημέρες
- διαβάστηκε 3 λεπτά
Της Μάγδας Καραβασιλείου.

Το διαδίκτυο υποσχέθηκε έναν χώρο ελεύθερης έκφρασης, όπου κάθε άποψη θα μπορούσε να ακουστεί ισότιμα. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια φαίνεται να διαμορφώνεται ένα παράδοξο: την ίδια στιγμή που η δημόσια επίσημη κριτική αποδυναμώνεται και γίνεται ολοένα πιο προσεκτική, ουδέτερη και “ασφαλής”, η ρητορική μίσους εξαπλώνεται με πρωτοφανή άνεση.
Η αυστηρή, προσωπική και ουσιαστική τοποθέτηση απέναντι στην τέχνη, τον κινηματογράφο ή την ποπ κουλτούρα μοιάζει να αντικαθίσταται από γενικόλογες διατυπώσεις και εξισορροπημένες απόψεις που προσπαθούν να μη δυσαρεστήσουν κανέναν. Αντίθετα, στον χώρο των σχολίων και της ανωνυμίας, η επιθετικότητα, η ειρωνεία και η δημόσια απαξίωση εμφανίζονται χωρίς φίλτρο. Το αποτέλεσμα είναι μια ψηφιακή πραγματικότητα όπου η τεκμηριωμένη κριτική υποχωρεί, ενώ η επιφανειακή καταδίκη μετατρέπεται σε καθημερινό θέαμα.
Η εξαφάνιση της ουσιαστικής κριτικής
Η σύγχρονη διαδικτυακή κουλτούρα έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου η αυστηρή ή απόλυτα προσωπική κριτική αντιμετωπίζεται σχεδόν ως απειλή. Ιδιαίτερα στον χώρο του κινηματογράφου και της ποπ κουλτούρας, οι δημόσιες τοποθετήσεις σπάνια παραμένουν καθαρές, αιχμηρές ή αυθενικά υποκειμενικές. Αντίθετα, προσαρμόζονται συνεχώς ώστε να μπορούν να γίνουν αποδεκτές από όσο το δυνατόν περισσότερες πλευρές. Η κριτική πλέον συνοδεύεται από διαρκείς διευκρινίσεις, απολογητικούς τόνους και προσπάθεια ισορροπίας. Ακόμα και όταν ένα έργο θεωρείται αποτυχημένο, η διατύπωση παραμένει συχνά προσεκτική, σχεδόν αποστειρωμένη. Σαν να υπάρχει ο φόβος ότι μια αυστηρή άποψη θα παρερμηνευθεί ως προσωπική επίθεση ή ως ένδειξη αλαζονείας.
Αυτό γίνεται ακόμη πιο εμφανές όταν την άποψη εκφράζει κάποιος που ανήκει στον ίδιο χώρο. Ένας σκηνοθέτης, ένας κριτικός, ένας δημιουργός περιεχομένου ή οποιοσδήποτε ασχολείται επαγγελματικά με την τέχνη φαίνεται να χάνει το “δικαίωμα” της αυστηρής κρίσης. Η αρνητική τοποθέτηση αντιμετωπίζεται όχι ως επαγγελματική ή αισθητική αξιολόγηση, αλλά ως προσπάθεια ανωτερότητας απέναντι σε αυτό που κρίνεται.
Έτσι, η γνώση και η εμπειρία παύουν να λειτουργούν ως εργαλεία ανάλυσης και μετατρέπονται σε λόγο αυτολογοκρισίας. Πολλοί αποφεύγουν να εκφράσουν ξεκάθαρες θέσεις, όχι επειδή δεν έχουν άποψη, αλλά επειδή γνωρίζουν ότι το διαδίκτυο σπάνια επιτρέπει την πολυπλοκότητα της κριτικής. Η έντονη διαφωνία εκλαμβάνεται ως τοξικότητα, ενώ η ουδετερότητα επιβραβεύεται ως “σωστή στάση”. Παράλληλα, οι μη επίσημες απόψεις καταλήγουν να αναπαράγουν τις ήδη κυρίαρχες τάσεις. Οι περισσότεροι χρήστες δεν εκφράζουν πραγματικά προσωπική κρίση αλλά ευθυγραμμίζονται με τις δημοφιλέστερες θέσεις της εκάστοτε διαδικτυακής κοινότητας.
Το αποτέλεσμα είναι μια παράξενη πολιτιστική συνθήκη: η αυθεντική κριτική περιορίζεται, ενώ η γενική συναίνεση κυριαρχεί. Οι απόψεις γίνονται ολοένα πιο προβλέψιμες, πιο ασφαλείς και τελικά πιο αδύναμες.

Η άνθηση της ρητορικής μίσους
Το διαδίκτυο έχει δημιουργήσει έναν χώρο όπου η ανωνυμία ή η απόσταση από τον άλλον επιτρέπουν συμπεριφορές που δύσκολα θα εμφανίζονταν στον πραγματικό κόσμο. Στα σχόλια των κοινωνικών δικτύων, ο χρήστης κρύβεται πίσω από ένα όνομα, μια φωτογραφία ή έναν προσωρινό λογαριασμό και εκφράζει απόψεις που πιθανότατα δεν θα τολμούσε να διατυπώσει δημόσια ή πρόσωπο με πρόσωπο. Η επιθετικότητα γίνεται εύκολη ακριβώς επειδή δεν έχει άμεσο ανθρώπινο κόστος. Η ρητορική μίσους στο διαδίκτυο σπάνια παρουσιάζεται ως οργανωμένο μίσος. Συχνότερα εμφανίζεται ως ειρωνεία, χλευασμός, μαζική απαξίωση ή “χιούμορ”. Όμως η συνεχής επανάληψη αυτών των συμπεριφορών δημιουργεί μια κουλτούρα δημόσιας ταπείνωσης όπου η επιθετικότητα θεωρείται φυσιολογική μορφή συμμετοχής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η υποκριτική διάσταση αυτής της συμπεριφοράς. Πολλοί χρήστες επιτίθενται δημόσια σε περιεχόμενο που στην πραγματικότητα καταναλώνουν συστηματικά. Δημιουργοί περιεχομένου έχουν παρατηρήσει επανειλημμένα ότι βίντεο τα οποία συγκεντρώνουν μαζικά αρνητικά σχόλια διαθέτουν ταυτόχρονα υψηλό αριθμό likes, αποθηκεύσεων και προβολών.
Σε πλατφόρμες όπως το TikTok, όπου οι προσωπικές αλληλεπιδράσεις δεν είναι πάντα ορατές στους υπόλοιπους χρήστες, αυτή η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο έντονη. Ο χρήστης μπορεί δημόσια να συμμετέχει στη μαζική ειρωνεία ώστε να παραμένει κοινωνικά ευθυγραμμισμένος με την πλειοψηφία, ενώ ιδιωτικά συνεχίζει να απολαμβάνει το ίδιο περιεχόμενο που κατακρίνει. Η στάση αυτή αποκαλύπτει ότι πολλές φορές το hate speech δεν σχετίζεται πραγματικά με ηθική ή αισθηση ευθύνης, αλλά με κοινωνική ένταξη. Το άτομο επιδιώκει να βρεθεί στη “σωστή” πλευρά της δημόσιας συζήτησης, ακόμη κι αν η προσωπική του συμπεριφορά αποδεικνύει το αντίθετο. Παράλληλα, κάθε πλατφόρμα φαίνεται να διαμορφώνει διαφορετικό επίπεδο επιθετικότητας. Η δομή του κάθε μέσου επηρεάζει άμεσα τον τρόπο έκφρασης των χρηστών. Όσο πιο γρήγορη, ανώνυμη και μαζική είναι η αλληλεπίδραση, τόσο πιο εύκολα ενισχύεται η σκληρότητα του δημόσιου λόγου.
Η αντίφαση αυτή οδηγεί σε ένα ευρύτερο φαινόμενο που συνδέεται άμεσα με το cancel culture. Το διαδίκτυο δείχνει συχνά μεγαλύτερη διάθεση να καταδικάσει έναν αμφιλεγόμενο χαρακτήρα, μια ατυχή δήλωση ή μια μη δημοφιλή άποψη, παρά να ασχοληθεί ουσιαστικά με πραγματικές πράξεις βίας, εκμετάλλευσης ή κακοποίησης.
Οι ίδιοι χρήστες που συμμετέχουν καθημερινά σε μαζικά κύματα χλευασμού απέναντι σε δημόσια πρόσωπα συχνά αδιαφορούν όταν έρχονται στην επιφάνεια σοβαρές καταγγελίες ή πραγματικά εγκλήματα διάσημων ανθρώπων. Εάν η πλειοψηφία του διαδικτύου επιλέξει να προσπεράσει ένα γεγονός, τότε αυτό χάνεται γρήγορα μέσα στη συνεχή ροή περιεχομένου.Έτσι, η δημόσια αγανάκτηση παύει πολλές φορές να αποτελεί μορφή ηθικής στάσης και μετατρέπεται σε κοινωνική μόδα. Η ουσιαστική κριτική εξαφανίζεται, ενώ η δημόσια επίθεση επιβιώνει ως θέαμα, συμμετοχή και ψηφιακή συνήθεια.



Σχόλια