Είναι ωραία στην Αθήνα, κι ας έχει μπετό!
- Χαρά Κουρκουρίκη
- πριν από 4 ημέρες
- διαβάστηκε 4 λεπτά
Μετά από πολλούς μήνες βρέθηκα ξανά στην Αθήνα για μιάμιση ημέρα και δεν ήξερα τι να πρωτοκάνω. Γέννημα θρέμμα Θεσσαλονικιά όποτε επισκέπτομαι την πρωτεύουσα νιώθω σαν να κατέβηκα από το βουνό. Βλέπεις, καλή κι η Θεσσαλονίκη, αλλά διαφορετική γοητεία η Αθήνα. Αμέτρητες επιλογές και ο χρόνος λίγος. Είχα βέβαια στο μυαλό μου ότι σίγουρα θέλω να επισκεφτώ το Μουσείο Γουλανδρή στο Παγκράτι, να δω από κοντά πίνακες του Van Gogh και του Monet. Μετά, όμως, τι κάνουμε;
Έπειτα από περίπου μία ώρα στο μουσείο βγαίνω έξω κι αρχίζω να περπατάω προκειμένου να βγω στη Βασιλέως Κωνσταντίνου. Ο καιρός αρκετά μπερδεμένος. Κοιτώντας προς Κολωνάκι λιακάδα κι από την άλλη πλευρά μαύρα σύννεφα. Διασχίζοντας τη λεωφόρο επιλέγω να τον αγνοήσω και έτσι βρίσκομαι στην Ηρώδου Αττικού. Από τη μία πλευρά διακρίνεται ο κατάφυτος Εθνικός Κήπος κι από την άλλη μεγαλοπρεπή κτήρια, αστυνομική φύλαξη, κύριοι με κουστούμια και εύζωνες. Άκρως αθηναϊκή εικόνα στο μυαλό μου. Φτάνω γωνία με Βασιλίσσης Σοφίας κι απέναντί μου δεσπόζει το Μουσείο Μπενάκη. Χώνομαι στην Κουμπάρη κι αρχίζω να ανηφορίζω προς το κέντρο του Κολωνακίου. Το κινητό μου στο χέρι, Google maps ανοιχτοί και μουσική στα ακουστικά μου. Για κάτι τέτοιες μέρες αξίζει να πληρώνεις Spotify premium!

Στην πλατεία Κολωνακίου αντικρίζω μπροστά μου έναν θεόρατο γερανό για τα έργα του μετρό. Περίεργο να έχουν τόσο κοντά τους σταθμούς του Συντάγματος και του Ευαγγελισμού κι εδώ να φτιάχνουν κι άλλο σταθμό. Θεσσαλονίκη με το ζόρι μία ευθεία. Αυτά σκέφτομαι ενώ παράλληλα δίνω ένα πενηντάλεπτο στη χαμογελαστή περιπτερού για να αγοράσω ένα μπουκαλάκι νερό καθώς η ανάβαση προβλέπεται δύσκολη. Συνεχίζω να ανηφορίζω. Προσπερνάω γκαλερί, μπουτίκ, καταστήματα επίπλων και γραφεία, ενώ προσπαθώ να ελιχθώ στα οριακά ανύπαρκτα και σπασμένα πεζοδρόμια. Κακή συγκυρία για εμένα, πόσο μάλλον για έναν άνθρωπο σε αμαξίδιο ή για έναν γονέα με ένα καροτσάκι. Προσπερνάω και τα «Everest» της Τσακάλωφ κι έρχεται στο μυαλό μου ο διάλογος της Αλέκας και της Ντίντας στο γραφείο του «Ψιτ» και σκάω από του πουθενά ένα χαμόγελο. Στρίβω τη γωνία και βγαίνω στην Ηρακλείτου και εξακολουθώ να ανεβαίνω. Αν ήταν εδώ η μαμά μου θα ρωτούσε περιπαικτικά «Έχουμε πολύ ακόμα Μπαρμπά Στρουμφ;».
Βγαίνω στη Φωκυλίδου και βλέπω μπροστά μου σκαλιά. Τα γνωστά σκαλιά από φωτογραφίες και βίντεο σε Instagram και TikTok. Παίρνω βαθιά ανάσα και βρίσκομαι στην κορυφή. Αμέσως σχηματίζεται στα χείλη μου ένα μεγάλο χαμόγελο. Μπροστά μου η Πλατεία Δεξαμενής, ενώ από πίσω μου δεσπόζει λουσμένος στο φως ο Παρθενώνας. Ρε, τι τέλεια που είναι η Αθήνα ώρες-ώρες. Άντε βέβαια τώρα να φτάσεις εκεί πάνω. Διασχίζω γρήγορα την Πλατεία Δεξαμενής, ενώ θυμάμαι το κείμενο του «Κ» στο οποίο χαρακτηριζόταν «ένα μικρό χωριό στο κέντρο της Αθήνας». Ανεβαίνω ανηφόρες και νιώθω ότι ήδη έκαψα τα pancakes που έφαγα για πρωινό. Τώρα βρίσκομαι στην Κλεομένους και μπροστά μου πάλι σκαλιά. Ατελείωτα σκαλιά κι από πίσω μου πολυκατοικίες κι ο Υμηττός. Ναι αλλά είπαμε θα ανέβουμε στον Λυκαβηττό κι ας μας βγει η γλώσσα.
Απομακρύνομαι σιγά-σιγά από το γκριζωπό Κολωνάκι καθώς αντικρίζω την πρασινάδα του Λυκαβηττού. Μια γάτα λιάζεται στα σκαλιά με φόντο αθηναϊκές ταράτσες. Ωραία να έχεις μία ταράτσα εδώ. Φαντάσου θέα. Γυρνάω το κεφάλι μου και διακρίνω από το Καλλιμάρμαρο μέχρι και τον πύργο του Ελληνικού. Μέχρι εδώ φαίνεται. Κι από πίσω στροβιλίζονται πάνω στη θάλασσα οι αχτίδες του ήλιου. Προχωράω λίγο ακόμη και εμφανίζεται η Ακρόπολη μπροστά μου. Πόσο της πάει η λιακάδα. Εδώ στο καφέ στον Λυκαβηττό οι ξένοι πίνουν ήδη Aperol spritz και λιάζονται σαν την γάτα πριν καλή ώρα. Χαζεύω για λίγο τη θέα και συνεχίζω να ανεβαίνω σκάλες. Όντως είναι ατελείωτες. Γύρω γύρω μου κόσμος. Όλοι ξένοι, πέρα από μία παρέα τριών έφηβων αγοριών. Κι αυτοί, Παρασκευή που έκλεισαν τα σχολεία για Πάσχα πώς κι αποφάσισαν να ανέβουν εδώ;
Νιώθω ότι είμαι κοντά στην κορυφή και το μυαλό μου έχουν κατακλύσει τρεις σκέψεις. Η συναυλία της Δέσποινας Βανδή στο θεατράκι του Λυκαβηττού το 2003 στην οποία πολύ θα ήθελα να είμαι παρούσα αντί να βρίσκομαι στην κοιλιά της μαμάς μου κάπου στη Θεσσαλονίκη, ο Κωνσταντίνος κι η Μαρίνα να ερμηνεύουν Σαίξπηρ επίσης στο θεατράκι κι εννοείται η Αλέκα, η Πόπη, η Φωτεινή και η Ντοντό να συζητάνε για τη δολοφονία του Μαντά ανεβαίνοντας τα ίδια σκαλιά με εμένα. Κάπως έτσι παρασυρμένη από την ελληνική ποπ κουλτούρα κι εννοείται ιδρωμένη έχω φτάσει στην κορυφή. Βλέπω το γνωστό εκκλησάκι κι όλη την Αθήνα πιάτο. Μία λέξη ταιριάζει σε αυτό: απεραντοσύνη.

Μπαίνω στην εκκλησία, ανάβω ένα κερί και βγαίνω πάλι έξω. Πολύς κόσμος. Όλοι στέκονται, κοιτάνε κάτω, συζητάνε. Νομίζω δεν είδα άλλον άνθρωπο μόνο του. Όχι ότι με πειράζει. Πηγαίνω με τους ρυθμούς μου. Και τώρα βλέπω όντως όλο το λεκανοπέδιο. Γκρι πολυκατοικίες υψώνονται μέχρι εκεί που τις σταματά η θάλασσα και σε λίγα σημεία ξεπηδά λίγο πράσινο. Δυτικά, βόρεια, στο βάθος ο Σαρωνικός, ο πύργος του Ελληνικού, ο Υμηττός. Εστιάζω, βέβαια, στο Καλλιμάρμαρο, στη Βουλή και στην Ακρόπολη. Πόσο καθαρά φαίνονται. Τελικά, η Θεσσαλονίκη μοιάζει όντως χωριό καμιά φορά μπροστά στην Αθήνα. Οι τρεις που ανεβήκαμε μαζί ψάχνουν να βρουν το Μπραχάμι και βάζουν Kidd να παίζει. Σίγουρα Αθηναίοι. Γελάω και λέω από μέσα μου τι ωραία που έφτασα εδώ πάνω. Άξιζε. Κι ο καιρός ευτυχώς συμπεριφέρθηκε σαν κύριος. Κάτι τέτοιες μέρες κατακλύζομαι από την ιδέα ότι ίσως η Αθήνα είναι για εμένα. Η αμυδρή εντύπωση ότι ίσως μπορώ να επιβιώσω στο αστικό χάος με την ψευδαίσθηση ότι κάθε μέρα θα μπορούσε να είναι έτσι. Τόσο ειδυλλιακή και γεμάτη.



Σχόλια