top of page

Η φύση ως τόπος (τρόπος) δημιoυργίας σε τέσσερα ελληνικά ποιήματα


 

Μελανά βουνά να ατενίζουν τη σκορπισμένη λάμψη και κουπιά να ζαρώνουν τα νερά της θάλασσας. Στο ίδιο σκηνικό, μια άλλη μέρα και εποχή, ένας βράχος να σχηματίζει το μαύρο χάσμα όσο ο αέρας κυλάει τα αγκάθια της πεδιάδας πιο πέρα.

 

Όλες αυτές οι εικόνες, αποσπάσματα ποιημάτων από διαφορετικές χρονικές περιόδους, αποδίδουν στο φυσικό τοπίο τις πολύσημες λειτουργίες του όσο παράλληλα γεννούν ερωτήματα. Τι μορφή παίρνουν τα δέντρα, τα κύματα, τα ζώα όταν ταυτίζονται με ψυχικές διαθέσεις; Πως μεταμορφώνονται σε σύμβολα τα πεδία δράσης για να αναθρέψουν τη βαθύτερη ποιητική ιδέα;

 

Στις αρχές του 19ου αιώνα, τα αιτήματα του Διαφωτισμού αντηχούν έντονα στον ελληνικό χώρο όπως και στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Οι λογοτεχνικές

αναζητήσεις βρισκόμενες ακόμα σε φάση διαμόρφωσης, στρέφονται προς το ρεύμα του Ρομαντισμού. Σε αυτό το αισθητικό πλαίσιο, η γραφή αναλύει οικείες έννοιες όπως αυτές της φύσης, του λαού και του παρελθόντος. Ενσωματώνει την ιδέα του

υποκειμενισμού και της περιπλάνησης, πλάθει μυστικιστικές και αλλόκοτες εικόνες όσο συνομιλεί ανοιχτά με το εθνικό στοιχείο, τη λογοτεχνία και τη ζωγραφική. Ο Κάλβος και ο Σολωμός ξεχωρίζουν μέσα σε αυτό το καλλιτεχνικό κλίμα. Στα χέρια του δεύτερου, η φύση γίνεται ένας τόπος που ταράζει με την απίστευτη ομορφιά της όσο παράλληλα αποπροσανατολίζει από το γεγονός του θανάτου.

 

Στο ποίημα του με τίτλο Πορφύρας ο Σολωμός στοχάζεται ακριβώς πάνω σε αυτό το δεδομένο: στον τρόπο που η φύση προσφέρει το κάλλος όσο παράλληλα απειλεί.

Συγκεκριμένα, καταγράφεται η ιστορία ενός στρατιώτη που ενώ κολυμπάει στις ακτές της θάλασσας, καταβροχθίζεται από έναν καρχαρία. Για τη σύνθεση του ποιήματος, ο δημιουργός αξιοποιεί ντοκουμέντα της πραγματικής ζωής αφού ένα παρόμοιο περιστατικό είχε καταγραφεί το 1847 στο λιμάνι της Κέρκυρας. Στους πρώτους στίχους του ποιήματος, παρατηρούμε το σώμα του νεαρού να βυθίζεται στη θάλασσα

απολαμβάνοντας την αρτιότητα του τοπίου. Ο ήλιος ροδίζει κι ένα πουλί κατεβαίνει από κλαδιά του δέντρου για να διασχίσει τον αέρα. Το περιβάλλον ήρεμο και πλήρες, χαρίζει την αίσθηση ευδαιμονίας στον στρατιώτη. Η χαρά είναι τόσο μεγάλη που αγγίζει τα όρια της έκστασης.

 

«Κι ἡ φύσις ὅλη τοῦ γελᾶ καὶ γένεται δική του. Ἐλπίδα, τὸν ἀγκάλιασες καὶ τοῦ κρυφομιλοῦσες καὶ τοῦ σφιχτόδεσες τὸ νοῦ μ᾿ ὅλα τὰ μάγια πόχεις.

Νιὸς κόσμος ὄμορφος παντοῦ χαρᾶς καὶ καλοσύνης». 


 

Αυτή η αίσθηση του γήινου παραδείσου έρχεται να ανατραπεί από τα ίδια τα πλάσματα της φύσης. Ένας καρχαρίας ανασύρεται από βυθό και επιτίθεται, οδηγώντας τον νέο στον θάνατο. Σε αυτό το σημείο κάθε αντίθεση, φωτίζεται. Σώμα και ψυχή, ζωή και θάνατος, ομορφιά και αγριότητα συγκρούονται στη βάση ενός κοινού τοπίου. Τα δίπολα προσπαθούν να υπερισχύσουν το ένα του άλλου όμως στην πραγματικότητα δεν υφίστανται το ένα χωρίς το άλλο. Ο θάνατος παρουσιάζεται μέσα από τη θάλασσα και το νερό, ένα από τα βασικότερα στοιχεία της φύσης πλάθεται ως τόπος γεμάτος απολαύσεις αλλά και αναπάντεχους κινδύνους.

 

Η ποίηση του Κώστα Καρυωτάκη δεν απομακρύνεται από αυτά τα δίπολα.

Αποκρίνεται σε αυτά σαρκαστικά, αναλύοντας τη συγγένεια που μπορεί να έχουν με τον εσωτερικό κόσμο του ατόμου. Κυρίαρχο συναίσθημα στα γραπτά του: Αυτό της ματαιότητας. Συναίσθημα αναπόφευκτο αν σκεφτούμε ότι η γενιά ποιητών του

Καρυωτάκη, (η γενιά του 20’) ταύτισε τη δημιουργία με την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας. Με τα όνειρα για μια άλλη πραγματικότητα να σπάνε, η ποίηση αναγκάστηκε να χωρέσει στα όρια της ήδη υπάρχουσας. Αυτή η διάχυτη αίσθηση απώλειας, ώθησε τον ψυχισμό –ιδιαίτερα- του Καρυωτάκη να στραφεί προς μια κατεύθυνση διάλυσης και μηδενισμού. Αφού η εξωτερική πραγματικότητα δεν έτρεφε πια κανένα ενδιαφέρον, να ψαχουλέψει πιο μέσα, στην ψυχή του ατόμου. Στο ποίημα Η Πεδιάς και το Νεκροταφείον (πίναξ ημιτελής) η σκοτεινότητα του περιβάλλοντος εμφανίζεται ως αντίκρισμα μιας εσωτερικής ματαίωσης. Το σκηνικό της πεδιάδας παρουσιάζεται στερημένο από ήλιο. Το σκοτάδι που πέφτει δεν εκλαμβάνεται ως μια φυσική συνθήκη αλλά ως ένα θεατρικό γεγονός. Το έδαφος περιγράφεται ως άγονο και νεκρικό, έδαφος από το οποίο ο αέρας δεν παρασέρνει τίποτα παρά μόνο αγκάθια

 

«Έχει πια δύσει ο ήλιος του χειμώνα, και γρήγορα, σα θέατρο, σκοτεινιάζει, ή σα να πέφτει πέπλο σε μια εικόνα. Άλλο δε βρίσκει ο άνεμος,

ταράζει μόνο τ’ αγκάθια στην πεδιάδα όλη, μόνο κάποιο χαρτί σ’ όλη τη φύση.»

 

Αλλά και παρακάτω ο ποιητής συνεχίζει να εμπλουτίζει την εικόνα του ουρανού με σύννεφα που καλύπτουν τον ουρανό διαδοχικά, με αστέρια που δεν εμφανίζονται για να καταλήξει στην ειρωνική φράση:

 

«Ωραίο, φρικτό και απέριττο τοπίον».

 

Μέσα από την απεικόνιση μιας στείρας φύσης που προκαλεί περισσότερο φόβο παρά αγαλλίαση, να απευθύνει (εντός μιας παρένθεσης) σχόλιο προς την πολιτική ηγεσία του τόπου.


Ο Σεφέρης επηρεασμένος από το έργο του Καρυωτάκη και των Γάλλων συμβολιστών, ολοκλήρωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή το 1931. Χαρακτηριστικό στοιχείο στην ποίηση του είναι η συνεχής προσπάθεια μυθοποίησης της ιστορίας καθώς και η εξερεύνηση της έννοιας του ταξιδιού. Στο Μυθιστόρημα του (ποιητική συλλογή του εκδίδεται το 1935)το στοιχείο της θάλασσας κυριαρχεί. Μέσα από τους Αργοναύτες που εντάσσεται στη συλλογή, η αίσθηση του δρόμου αρθρώνεται καθαρότερα. Μόνο που λείπει ο προορισμός. Οι σύντροφοι δέχονται καρτερικά τη δίψα και την παγωνιά. Αφοσιωμένοι στο ταξίδι τους δεν διαφέρουν σε τίποτα από τα αντικείμενα της φύσης. Οι μέρες που περνάνε, οι καιρικές συνθήκες που μεταβάλλονται περνάνε από πάνω τους όπως θα περνούσαν πάνω από έναν δέντρο ή έναν βράχο.

 

«Ἤτανε καλὰ παιδιά, μέρες ὁλόκληρες ἵδρωναν στὸ κουπὶ μὲ χαμηλωμένα μάτια ἀνασαίνοντας μὲ ρυθμὸ

καὶ τὸ αἷμα τοὺς κοκκίνιζε ἕνα δέρμα ὑποταγμένο».


 

Οι ήρωες του Σεφέρη, παρότι ενταγμένοι στην πορεία του ταξιδιού, παρουσιάζονται υποταγμένοι. Ταυτίζονται με τα άψυχα αντικείμενα όπως τα κουπιά και στο τέλος, καταλήγουν να απορροφώνται από τη λήθη:

 

«Οἱ σύντροφοι τέλειωσαν μὲ τὴ σειρά, μὲ χαμηλωμένα μάτια. Τὰ κουπιά τους

δείχνουν τὸ μέρος ποὺ κοιμοῦνται στ᾿ ἀκρογιάλι.



Κανεὶς δὲν τοὺς θυμᾶται. Δικαιοσύνη.»

 

Σε αυτό το πλαίσιο, η φύση εμφανίζεται ως μια έκταση απέραντη και υπομονετική που ρουφά τα σώματα. Δεν στρέφεται εκδικητικά προς αυτά αλλά μάλλον επιβάλλει τη δική της δικαιοσύνη. Χαμηλώνει την αίσθηση παντοδυναμίας των ανθρώπων, οδηγεί στην ίδια μονότονη επανάληψη, καταλήγει στην λήθη. Στον τελευταίο στίχο, ορίζει αυτή ως τη μοναδική εσωτερική λύτρωση. Στον Σεφέρη το ελληνικό τοπίο φτάνει πολλές φορές στα όρια του ζοφερού, η ομορφιά του ήλιου ή της θάλασσας, σκληραίνει και

πληγώνει.

 

 

Αντίθετα, στον Ελύτη, το φυσικό τοπίο αξιοποιείται ως χώρος απελευθέρωσης, χάρης και κίνησης. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εξύμνησης της φύσης αποτελεί το ποίημα Ωδή στη Σαντορίνη. Εκεί, μέσα από «τα σωθικά της βροντής» γεννιέται «η φωνή της μέρας». Η εικόνα αντιστρέφεται και τώρα το τοπίο της οδύνης είναι εκείνο που δίνει σκυτάλη στην γαλήνη και την αρμονία. Το ποίημα στα πλαίσια της

προγραμματικής αισιοδοξίας, υμνεί τα στοιχεία της φύσης όπως το ζεστό φως ή η θάλασσα, αποδίδοντας τους μια αισιόδοξη λειτουργία. Μέσα από τις στάχτες του ηφαιστείου που φιλοξενεί η φύση, έρχεται στην επιφάνεια το νησί.

 

Από τη μια η ειδυλλιακή και εξιδανικευμένη περικλείει τα σώματα κι από την άλλη άγρια και απόκοσμη, τα σπρώχνει μακριά. Η εικόνα της φύσης που φτιάχνουν όπως θέλουν οι λέξεις μπορεί να προσεγγίσει από το αίσθημα της ευτυχίας και της πλήρωσης έως αυτό της αμφιβολίας και του φόβου για τον θάνατο. Ο έρωτας, ο θάνατος, η ηθική, η φθορά που επιφέρει ο χρόνος, ιδέες που απασχολούν την ελληνική ποίηση, όταν πλάθονται πλάι στις αναπαραστάσεις του φυσικού τοπίου, μεγεθύνονται.

 

Αλλά και η ίδια η φύση, πέρα από την αισθητική της ομορφιά, μετατρέπεται σε

αντικείμενο που επισφραγίζει το νόημα. Ξεφεύγοντας από τη στασιμότητα του καμβά, αποκτά διαστάσεις πραγματικού σώματος. Μετακινείται, αλλάζει διαθέσεις, δύναται να προστατέψει αλλά και να καταστρέψει την ίδια στιγμή. Τελικά, μετατρέπεται από σκηνικό δράσης σε μέσο έκφρασης της ανθρώπινης εμπειρίας.

Σχόλια


bottom of page